Το πιο συγκλονιστικό στην υπόθεση «Σάντη» δεν είναι ο αριθμός των αθλιοτήτων που ειπώθηκαν, ούτε καν η ευκολία με την οποία ειπώθηκαν. Εκείνο που πραγματικά σοκάρει, τώρα που τα απόνερα επιτέλους υποχωρούν, είναι η απλότητα με την οποία αυτές οι αθλιότητες υιοθετήθηκαν από ένα μέρος της κοινωνίας. Δυστυχώς, και από σημαντική μερίδα δημοσιογράφων και ΜΜΕ. Η ευκολία με την οποία αυτό το δημόσιο λιντσάρισμα ανθρώπων θεωρήθηκε -ξανά- όχι μόνο φυσιολογικό, αλλά και σχεδόν επιβεβλημένο. Μια «υποχρέωση» του πολίτη στο όνομα μιας αποτρόπαιας «ηθικής».
Η υπόθεση «Σάντη» διερευνάται. Δεν θα μπω στην ουσία της. Θα ήταν μια εκδοχή ακριβώς εκείνου που μόλις έψεξα. Όμως όσα, πάρα πολλά μέχρι στιγμής, αποδεικνύονται πλαστά και κατ’ ομολογίαν κακόβουλα, δεν γίνεται να τα αγνοούμε. Κυρίως για έναν λόγο: η υπόθεση «Σάντη» δεν είναι η πρώτη. Και, αν η υπόλοιπη κοινωνία -το μεγάλο μέρος που δεν μετέχει στον δημόσιο διάλογο- δεν αντιδράσει, δεν θα είναι ούτε η τελευταία.
Όσο για το γιατί δεν μετέχει: ποιος διανοείται πια να σταθεί δημόσια και να μιλήσει, γνωρίζοντας πως το επόμενο λεπτό θα λιντσαριστεί από τον όχλο που παρουσιάζεται ως η «κοινή γνώμη»;
Για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Για τα μέσα ενημέρωσης, όμως, οι ευθύνες είναι βαριές. Η ανοχή – και συχνά η σύμπραξη- με αυτόν τον οχετό πίσω από ψευδώνυμα, και με τον κάθε μυθομανή στον οποίο δώσαμε και δίνουμε φωνή, είναι η πρώτη ύλη του κακού που ζούμε σήμερα.
Όταν ο Τύπος ηρωοποιεί μασκοφόρους και πρόσωπα τα οποία κινούνται επιδέξια ανάμεσα στην αληθοφάνεια, στη διαστρέβλωση και στη διόγκωση ψηγμάτων αλήθειας για να στηθούν παιχνίδια, τότε το πρόβλημα γίνεται δομικό. Και όταν κάποιοι το κάνουν φανερά και δημόσια, και δοξάζονται ως σωτήρες, ή όταν τα ΜΜΕ σπεύδουν να δώσουν υπόσταση σε ισχυρισμούς χωρίς να ελέγξουν καν τα στοιχειώδη, τότε κανείς δεν δικαιούται να απορεί για το πού φτάσαμε.
Όταν κάποιος διαστρεβλώνει την αλήθεια και επινοεί παραμύθια για να καλύψει πράγματα για τα οποία θα έπρεπε απλώς να απολογηθεί, κι εμείς αναπαράγουμε αυτή την προστυχιά, τι ακριβώς περιμένουμε;
Όταν, λ.χ., κατηγορείται ένας δικαστής ότι έβαλε ενάμισι δισεκατομμύριο σε καταπίστευμα που έφτιαξε στο όνομα της «Σάντη» στη Γαλλία, ενώ στη Γαλλία δεν επιτρέπεται καν η δημιουργία καταπιστευμάτων – και ποτέ δεν επιτρεπόταν-, τι είδους έρευνα είναι αυτή και τι είδους δημοσιογραφία είναι αυτή, όταν δεν φτάνει ούτε στο γκουγκλάρισμα;
Ναι, υπάρχει λαϊκή οργή. Όσοι νομίζουν πως δεν τη συμμεριζόμαστε, ας μας εξηγήσουν το γιατί. Υπάρχει όμως και η ανάγκη να διασωθούν οι πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων. Να διασωθεί κάτι από τον όχλο, από τους Νέρωνες και από εκείνους που τον υποκινούν ως τάχα τιμωροί.
Αλήθεια, όταν το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με μια απολύτως στοιχειοθετημένη απόφαση και με ψήφους οκτώ έναντι καμίας, απέλυσε τον τέως γενικό ελεγκτή, και την ίδια ώρα βουλευτές πετροβολούσαν το Ανώτατο, αφήνοντας σκιές διαφθοράς χωρίς κανένα στοιχείο, γιατί να μην παρουσιαστεί αύριο ο οποιοσδήποτε ως βιαστής, ως παιδεραστής, ως κλέφτης, ως προδότης, ως πράκτορας, ως…; Γιατί να μη συμβεί, όταν κανείς δεν θα έχει συνέπειες; Αντιθέτως, θα δοξαστεί ως ήρωας για όσα είπε, χωρίς καν να ελέγξει τα στοιχεία ή να επιβεβαιώσει τη γνησιότητά τους;
Αυτή τη ζούγκλα την αφήσαμε όλοι να θεριέψει. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πολίτες. Και αν τώρα, που κοντεύει να μας πνίξει, δεν αντιδράσουμε, αν δεν βάλουμε επιτέλους έναν φραγμό σε αυτή τη χυδαιότητα που αρπάζει όποιον της πετάξουν και τον κατασπαράζει, τότε ας μην προσποιούμαστε πως μας ξαφνιάζει. Γιατί τότε μόνο αυτή η χυδαιότητα, μαζί με τον φασισμό που γεννά, θα μας αξίζει πραγματικά.