Ας τα βάλουμε κάτω, ένα προς ένα. Με γεγονότα. Μίλησε για παιδιά της «Σάντης» και για συγκεκριμένες ηλικίες. Διαψεύστηκε από καταθέσεις μελών της ίδιας της οικογένειας. Ένα και μόνο παιδί υπάρχει, που δεν είναι του πρώην δικαστή.
Μίλησε για παιδεραστία. Δημιούργησε ένα κλίμα φρίκης. Προχθές, αναγκάστηκε να δηλώσει δημοσίως ότι δεν υιοθετεί τα περί παιδεραστίας.
Μίλησε για χρήματα που δήθεν δίνονταν στη «Σάντη» και δημοσίευσε φωτογραφίες, που του είχε στείλει ως τεκμήρια. Οι φωτογραφίες αποδείχθηκαν παρμένες από το διαδίκτυο.
Μίλησε για κακομεταχείριση της «Σάντης» και παρουσίασε εικόνα με υποτιθέμενη πληγή στο χέρι της. Και αυτή αποδείχθηκε μη αυθεντική. Παλιά, που κυκλοφορούσε στο διαδίκτυο. Χθες, αναγκάστηκε να πει ότι η «Σάντη» χρησιμοποιούσε φωτογραφίες διαδικτύου. Αυτό, όμως, λέχθηκε εκ των υστέρων. Την προηγούμενη μέρα αφέθηκε στην κοινή γνώμη να νοηθεί πως ήταν από πραγματική πληγή της «Σάντης».
Μίλησε για φυγή της «Σάντης» στη Γερμανία. Τα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δείχνουν ότι την επίμαχη περίοδο βρισκόταν στην Κύπρο και εργαζόταν. Ουδέν στοιχείο -μέχρι στιγμής- επιβεβαιώνει το ταξίδι. Τα ηχητικά που δόθηκαν στη δημοσιότητα δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό. Απλώς, ρίχνουν κι άλλες σκιές και προκαλούν κι άλλα ερωτηματικά.
Μίλησε για «Αδελφότητα» και «Ροδόσταυρους», που «κυβερνούν» την Κύπρο. Να με συγχωρήσουν οι αναγνώστες αλλά η ύπαρξη και μόνο της οργάνωσης αυτής δεν λέει κάτι. Αν δεν υπάρξει στοιχείο που να καταδεικνύει οικονομικές συναλλαγές με άτομα της οργάνωσης, θα είναι απλώς μια αναφορά που… γοητεύει όσους έλκονται από το μυστικισμό.
Και το πιο σοβαρό, η ίδια η «Σάντη» κατέθεσε στην Αστυνομία ότι τα μηνύματα που διοχέτευσε στον Δρουσιώτη ήταν κατασκευασμένα. Μπορεί κάποιος να θεωρήσει πως το είπε υπό το βάρος της πίεσης από το σάλο που προκάλεσε η δημοσιοποίηση των καταγγελιών. Μπορεί και θεωρήσει ότι πιέστηκε από κάποιους να το πει. Αλήθεια, όμως, δεν θα έτρεμαν αυτοί που την πίεσαν το ενδεχόμενο σε μια έκρηξής της στη συνέχεια, να τους καρφώσει ότι την εξανάγκασαν;
Όταν όλα αυτά συνυπάρχουν, δεν μιλάμε για «λάθη». Μιλάμε για μια αλυσίδα αποτυχιών, που καταρρίπτουν την αξιοπιστία των αρχικών καταγγελιών. Κάπου εδώ τελειώνουν τα προσχήματα.
Διότι ο Μακάριος Δρουσιώτης δεν είναι ένας τυχαίος χρήστης των κοινωνικών δικτύων. Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει πολύ καλά τη βαρύτητα του δημόσιου λόγου. Ακριβώς γι’ αυτό, η ευθύνη του είναι πολλαπλάσια.
Δεν μπορεί να ρίχνεις στο δημόσιο πεδίο καταγγελίες τέτοιας φύσης -με ονόματα, με άκρως σοβαρές κατηγορίες, όπως είναι η παιδεραστία- και στη συνέχεια να δηλώνεις ότι «δεν είναι δουλειά σου να διερευνήσεις αν ισχύουν». Μα ακριβώς αυτή είναι η δουλειά σου. Όχι διενεργώντας DNA όπως ανέφερε προς δημιουργία εντυπώσεων. Αλλά διασφαλίζοντας πως όσα η καταγγέλλουσα είπε ευσταθούν. Έτσι ώστε να αισθάνεσαι πως και η παιδεραστία μπορεί να ευσταθεί.
Από τη στιγμή που επιλέγεις να δημοσιοποιήσεις, να εκθέσεις πρόσωπα, να πυροδοτείς έναν δημόσιο διάλογο που οδηγεί αναπόφευκτα σε διασυρμό ατόμων, είναι υποχρέωσή σου να έχεις κάνει τη στοιχειώδη έρευνα. Να έχεις διασταυρώσει. Να έχεις επιβεβαιώσει. Διαφορετικά, δεν ενημερώνεις. Ρισκάρεις να εξευτελίσεις αθώους. Δεν μπορεί να προηγείται η δημοσιοποίηση και να έπεται η διασταύρωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνέπειες είναι ήδη ορατές. Άνθρωποι σύρονται στην αρένα του διαδικτύου και διαπομπεύονται. Ενδεχομένως, χωρίς καμία απολύτως εμπλοκή. Η κοινωνία βυθίζεται ακόμη πιο βαθιά στην καχυποψία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι θεσμοί -ήδη ετοιμόρροποι- δέχονται ένα καίριο, ίσως και τελειωτικό πλήγμα.
Πάνω απ’ όλα, ενισχύεται ένα φαινόμενο που τείνει να μετατρέψει τον δημόσιο βίο σε ζούγκλα: Τα λαϊκά δικαστήρια. Εκεί όπου μια απλή κατηγορία αρκεί για να καταδικάσει κάποιον. Εκεί όπου η φήμη παίρνει μορφή «απόδειξης». Εκεί όπου η καταστροφή της υπόληψης ενός ανθρώπου είναι υπόθεση λίγων ωρών. Ανεπιστρεπτί!
Δυστυχώς, στην υπόθεση των καταγγελιών Δρουσιώτη, το πράγμα ξέφυγε επικίνδυνα. Ήδη, ένας άνθρωπος χαροπαλεύει. Ήδη, ένας άνθρωπος είδε για πάντα την πολιτική του καρριέρα να τελειώνει. Αυτό δεν είναι παράπλευρη ζημιά. Είναι το τίμημα της ανευθυνότητας.
Σαν να μην έφταναν αυτά, όταν αποκαλύφθηκε ποια είναι η «Σάντη», άρχισε να ξεδιπλώνεται μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στον μικρόκοσμο της Κύπρου, οι πληροφορίες διαχύθηκαν ταχύτατα. Στοιχεία από τη ζωή της 45χρονης γυναίκας ήρθαν στο φως. Και δεν συνάδουν με το αρχικό αφήγημα. Κάπως έτσι, η υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε απλώς. Κλονίστηκε συθέμελα.
Λέγοντας αυτά, όμως, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι πρέπει η υπόθεση να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων. Αν υπάρχει έστω και ίχνος αλήθειας, πρέπει να βρεθεί. Αν υπάρχουν ευθύνες, πρέπει να αποδοθούν. Ακριβώς επειδή το θέμα είναι τόσο σοβαρό, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με επιπολαιότητα ή επικοινωνιακά τεχνάσματα, ένθεν και ένθεν.
Η λύση είναι μονόδρομος. Πλήρης διερεύνηση, μέχρι τέλους. Και επιμένουμε, ένας ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής θα ήταν πολύ πιο αξιόπιστος από μια διαδικασία που ήδη κουβαλά δυσπιστία.
Παράλληλα, όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να περιμένει. Η ανάληψη ευθύνης. Διότι το να επιμένεις να υπερασπίζεσαι ένα αφήγημα που καταρρέει δεν είναι πράξη θάρρους. Είναι άρνηση της πραγματικότητας. Είναι πείσμα που εκθέτει ακόμη περισσότερο.
Αντιθέτως, το να παραδεχτείς ότι έκανες ένα σοβαρό λάθος -ότι δημοσιοποίησες μια υπόθεση με ονόματα χωρίς επαρκή επιβεβαίωση- είναι η μόνη στάση που διασώζει κάτι από την αξιοπιστία σου. Αυτή δεν δοκιμάζεται από το πόσο δυνατά λέγονται τα πράγματα αλλά από το πόσο σωστά είναι. Η ευθύνη δεν διαγράφεται με υπεκφυγές. Στέκεται εκεί και ζητά το αυτονόητο: Να την αναλάβεις.