Ξαφνικά, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το αν ο Άντρος Κυπριανού έδωσε ή όχι το «πράσινο φως» για τον διορισμό Γιώργου Σαββίδη και Σάββα Αγγελίδη στην ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας. Αν το εισηγήθηκε ο ίδιος. Αν του το μετέφερε ο Νικολάτος. Αν το επιβεβαιώνει ο Αβέρωφ Νεοφύτου. Αν επιμένει ο Μακάριος Δρουσιώτης. Αν τα μηνύματα της «Σάντης» λένε το ένα ή το άλλο.

Κάπως έτσι, για ακόμη μια φορά, η ουσία κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον θόρυβο. Διότι το μείζον δεν είναι αν και ποιος ψιθύρισε κάποιο όνομα στο αυτί του Νίκου Αναστασιάδη. Το μείζον είναι πως ο συγκεκριμένος διορισμός ήταν από την πρώτη στιγμή πολιτικά, ηθικά και θεσμικά προβληματικός. Μάλιστα, το απέδειξε η ίδια η πορεία των πραγμάτων.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Τότε ήταν κοινό μυστικό πως ο Αναστασιάδης θα διόριζε τον Ιωνά Νικολάου. Η αντίδραση του ΑΚΕΛ ήταν γνωστή και δημόσια. Υπήρχε μέχρι και πρωτοβουλία για αποκλεισμό πρώην υπουργών από τέτοιους διορισμούς μέσω νομοθετικής ρύθμισης.

Τότε εμφανίστηκε την ύστατη ώρα, η γνωστή σχολή πολιτικού τακτικισμού του Νίκου Αναστασιάδη. Ο master of political games ρίχνει στο τραπέζι το δίδυμο Σαββίδη–Αγγελίδη. Μια επιλογή που, σε σύγκριση με τον Ιωνά, μπορούσε να πλασαριστεί ως «συμβιβασμός».

Ο Άντρος Κυπριανού το αποδέχθηκε ως το λιγότερο κακό; Πολύ πιθανό. Υπήρξε διαμεσολάβηση Νικολάτου; Ίσως. Ότι υπήρχε σύμφωνη γνώμη της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, το συζητούσαν τότε όλοι στα πολιτικά στέκια.

Συγγνώμη, όμως, αυτό είναι το θέμα; Θα τσακωνόμαστε το 2026 για το ποιος ένευσε καταφατικά σε μια επιλογή του 2020 και δεν θα μιλάμε για το ότι η ίδια η επιλογή ήταν από γεννησιμιού της θεσμικά προβληματική;

Δύο υπουργοί ενός Προέδρου, που βρισκόταν ήδη υπό βαριά πολιτική σκιά για τα χρυσά διαβατήρια, διορίζονται για να ηγούνται της υπηρεσίας που δυνητικά θα ερευνούσε πτυχές του συγκεκριμένου σκανδάλου εκείνης της διακυβέρνησης. Αυτό δεν ήταν απλώς conflict of interest. Δημιουργούσε εργαστήριο καχυποψίας.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν οι συγκεκριμένοι που διορίστηκαν απέτυχαν να εξαλείψουν τις σκιές. Το πρόβλημα είναι πως κανένα πρόσωπο, όσο άμεμπτο και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να υπηρετήσει αλώβητα μέσα σε ένα μοντέλο όπου ο Πρόεδρος διορίζει ως ελεγκτές του πρώην πολιτικούς συνεργάτες του.

Δεν χρειαζόταν η «Σάντη» να διαρρεύσει μηνύματα για να το αντιληφθεί κάποιος. Δεν χρειαζόταν ο Δρουσιώτης να κάνει το ντελίβερι. Δεν χρειαζόταν ο Αβέρωφ να «αποκαλύψει» ούτε ο Άντρος να διαψεύσει. Η σύγκρουση αντίληψης περί θεσμικής ανεξαρτησίας ήταν μπροστά στα μάτια όλων.

Και η τραγική ειρωνεία; Ο διορισμός που παρουσιάστηκε ως αντίδοτο για να αποφευχθεί ένας «ελεγχόμενος» Ιωνάς, κατέληξε να γεννήσει ακόμη βαθύτερη δυσπιστία για προκλητικό πολιτικό έλεγχο επί ενός καθόλα σεβαστού μέχρι τότε ανεξάρτητου θεσμού. Αυτό από μόνο του είναι εγκληματικό.

Δυστυχώς, η μετέπειτα λειτουργία της Νομικής Υπηρεσίας, αντί να διαλύσει αυτή την καχυποψία, πολλές φορές την ενίσχυσε. Εδώ είναι το πρόβλημα. Όχι στο ποιος είπε ναι τότε στον διορισμό. Στο γιατί στήθηκε εξαρχής ένα μοντέλο που έκανε τον πολίτη να δυσπιστεί για τον θεσμό που οφείλει να εμπιστεύεται περισσότερο βρίσκεται το πρόβλημα.

Οι θεσμοί δεν κρίνονται μόνο από το αν είναι ανεξάρτητοι. Κρίνονται και από το αν φαίνονται ανεξάρτητοι. Όταν η εικόνα είναι ότι ο ελεγχόμενος διορίζει τους εν δυνάμει ελεγκτές του, η ζημιά έχει γίνει πριν καν ανοίξει ο φάκελος για έλεγχο. Γι’ αυτό, ακριβώς, ακούγεται σχεδόν κωμικό να σχίζουν σήμερα τα ιμάτιά τους για το αν υπήρξε ή όχι «πράσινο φως» από τον Κυπριανού.

Άντε και υπήρξε, καθαγιάζεται ο διορισμός; Άντε και δεν υπήρξε, εξαφανίζεται το πρόβλημα; Είτε το ένα ισχύει είτε το άλλο, η επιλογή ήταν λανθασμένη επειδή υπονόμευε εκ των προτέρων την εμπιστοσύνη στον θεσμό. Τελεία.

Πρέπει να επισημανθεί και κάτι ακόμη. Η εμμονή στα μηνύματα, στους μεσάζοντες και στους αυτόκλητους πατέρες του διορισμού βολεύει πολλούς. Γιατί μετατρέπει μια συζήτηση περί θεσμικής αποτυχίας σε κουτσομπολιό πολιτικού παρασκηνίου.

Απομακρύνει τη συζήτηση από το πραγματικό ερώτημα: Πώς αποκαθίσταται η αξιοπιστία ενός θεσμού που αιμορραγεί  λόγω καχυποψίας. Εκεί πρέπει να στραφεί η συζήτηση. Όχι στο ποιος εισηγήθηκε το λάθος. Στο πώς διορθώνεται.

Αυτό απαιτεί να ειπωθεί καθαρά πως το συγκεκριμένο δίδυμο έχει κλείσει τον κύκλο του. Όσοι σήμερα διασταυρώνουν μαρτυρίες για το ποιος συναίνεσε στον διορισμό, μοιάζουν να εξετάζουν ποιος άναψε το σπίρτο ενώ καίγεται το σπίτι.

Το ζητούμενο δεν είναι η ιστορική πατρότητα ενός λάθους. Είναι η πολιτική γενναιότητα να διορθωθεί. Ας ενώσουν δυνάμεις, όσοι πράγματι κόπτονται για τους θεσμούς, όσοι πραγματικά διαθέτουν πολιτικά παπάρια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ηγεσία στη Νομική Υπηρεσία χωρίς σκιές, χωρίς πολιτικά βαρίδια, χωρίς αυτή τη μόνιμη οσμή δυσπιστίας. Έστω και τώρα.