Έχοντας επικαλεσθεί στο χθεσινό μου κείμενο, αναφορά του πολύπειρου εκπαιδευτικού ψυχολόγου, δρα Μιχάλη Παπαδόπουλου,ότι η στασιμότητα στην ίδια τάξη που αποφασίζει ο καθηγητικός σύλλογος κάθε σχολείου «είναι φορέας μιας αρνητικής αξιολόγησης που προσβάλλει την προσωπικότητα του παιδιού», επικεντρώνομαι σήμερα σε μια ιδιαίτερη πτυχή του θέματος. Αυτήν που αφορά τη στασιμότητα λόγω απουσιών του παιδιού από το σχολείο.

Ο δρ Παπαδόπουλος υπήρξε σχολικός ψυχολόγος για 37 χρόνια και είναι γνωστός εμπειρογνώμονας στα θέματα της σχολικής βίας και της νεανικής παραβατικότητας. Όταν αφυπηρέτησε το 2013, ήταν  προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του υπουργείου Παιδείας, όμως, συνεχίζει μέχρι σήμερα να τοποθετείται δημόσια με τον λόγο και τη γραφή του για τα προβλήματα του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι ουσιαστικά ένας από τους στυλοβάτες της ιδέας για την κατάργηση της στασιμότητας στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης που συζητείται έντονα το τελευταίο διάστημα και ενδέχεται να εφαρμοστεί σταδιακά.

Όπως μου είπε σε συνέντευξη, ο δρ Παπαδόπουλος, «προέχει η παιδαγωγική εκτίμηση για τον κάθε μαθητή, που δεν θα γίνει βέβαια καλύτερος αν τον κατεδαφίσω με τη στασιμότητα. Ούτε η κοινωνία θα ωφεληθεί απ’ αυτό. Αν ο καθηγητικός σύλλογος στοχαστεί ως ένας τυφλός Δικαστής και απονείμει τυφλή δικαιοσύνη, αυτοκαταργείται ως παιδαγωγός. Ειδικά το πρόβλημα της απουσίας δεν διορθώνεται με την αποβολή και τη στασιμότητα. Πρέπει να κινηθούμε προς παιδαγωγικές πρακτικές που να γοητεύουν τα σύγχρονα παιδιά και όχι να αρκούμαστε να κάνουμε τα παιδιά μας καλούς …παπαγάλους».

Τον ρώτησα ποιες μπορεί να είναι οι ψυχολογικές επιπτώσεις της στασιμότητας στον έφηβο του Γυμνασίου και του Λυκείου. Μου είπε ότι «ένας καθηγητής που δεν γνωρίζει τις ψυχικές αναταράξεις και τη ψυχοσυναισθηματική φουρτούνα της εφηβείας, την ανασφάλεια της ηλικίας αυτής όπου βιώνεται το δράμα της αυτοεικόνας, δεν μπορεί να καταλάβει ότι η στασιμότητα μπορεί να οδηγήσει τον μαθητή σε μια καταστροφική πορεία, καθώς αυτός υποφέρει την επιμήκυνση της σχολικής φοίτησης, κοινωνικό στιγματισμό διαρκείας και αυξημένα συναισθηματικά προβλήματα.

Να σου αναφέρω την περίπτωση ενός μαθητή που έφτασε στην πρώτη τάξη Γυμνασίου και ήταν αναλφάβητος. Αυτό το παιδί που οι καθηγητές δεν ήθελαν να πάρει απολυτήριο Γυμνασίου και το θεωρούσαν χαμένο, θα χανόταν για πάντα. Αλλά εγώ επέμενα και κάθε τέλος του έτους πήγαινα στον καθηγητικό σύλλογο και τους πίεζα, ασκώντας την εξουσία μου ως ψυχολόγος του υπουργείου Παιδείας, για να το περνούν στην επόμενη τάξη. Έτσι τέλειωσε τη Μέση Εκπαίδευση …και τελικά αυτό το χαμένο παιδί πέρασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αποφοίτησε με άριστα και σήμερα είναι ένας πολύ καλός ζωγράφος!».