Με αφορμή πρόσφατο ρεπορτάζ του «Φ» για τη θέση της ΠΟΕΔ σχετικά με τις ανώνυμες και ανυπόστατες καταγγελίες κατά των εκπαιδευτικών, τέθηκε ενώπιον μας συγκεκριμένο παράδειγμα, εξαιτίας του οποίου εκπαιδευτικός βιώνει τους τελευταίους μήνες μία απίστευτη ταλαιπωρία.

Μάλιστα, η υποτιθέμενη καταγγελία δεν έμεινε μόνο εντός του σχολικού πλαισίου, αλλά προωθήθηκε τόσο στην Αστυνομία όσο και σε τηλεοπτικούς σταθμούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέχουμε, πριν από μερικούς μήνες η διεύθυνση του σχολείου στο οποίο υπηρετεί η εκπαιδευτικός, έλαβε μια επιστολή στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στην οποία καταγγέλλεται η εκπαιδευτικός ότι εκδηλώνει κακοποιητικές συμπεριφορές προς παιδιά (οι καταγγελίες – τις οποίες κατέχει ο «Φ» όπως αυτές αναφέρθηκαν στην επιστολή – είναι ιδιαίτερα σοβαρές ).

Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο αποστολέας χρησιμοποίησε ψεύτικο όνομα, ψεύτικο/κοροϊδευτικό μέιλ χλευάζοντας με αυτό το όνομα της εκπαιδευτικού και ισχυριζόταν ότι οι καταγγελίες προέρχονται από οργανωμένους γονείς παιδιών.

Το σχολείο διερευνώντας το θέμα, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ούτε το όνομα γονέα που χρησιμοποιήθηκε, ούτε το συγκεκριμένο μέιλ δηλωμένο σε οποιοδήποτε από τα 400 και πλέον παιδιά του σχολείου.

Επιπρόσθετα, δεν είχε προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα με τη συγκεκριμένη εκπαιδευτικό τόσο στα χρόνια που υπηρετεί στο σχολείο όσο και κατά την πολυετή υπηρεσία της στην εκπαίδευση, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από γονείς του σχολείου.

Σχολείο και Υπουργείο συνηγόρησαν πως πρόκειται για κακόβουλο μήνυμα, δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο για να αναφέρει και επίσημα τις καταγγελίες.
Από την πλευρά της η εκπαιδευτικός, στη βάση σωρείας αδικημάτων που απορρέουν από την κακόβουλη ενέργεια του αποστολέα (πλαστοπροσωπία, ψευδής καταγγελία, συκοφαντική δυσφήμιση, παραβίαση προσωπικών δεδομένων κ.ά.) προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία.

Μάλιστα, με επιστολή της και στον Αρχηγό έθεσε εαυτόν στη διάθεση των Αρχών για διαλεύκανση της υπόθεσης και ζήτησε ταυτόχρονα την ταυτοποίηση του αποστολέα επιφυλάσσοντας τα νόμιμα δικαιώματά της.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η εκπαιδευτικός πέρα από την ταλαιπωρία και τον ψυχικό πόνο που υπέστη, στην προσπάθειά της να διαχειριστεί το συμβάν και να ζητήσει βοήθεια, συνάντησε μια «αδικαιολόγητη προσέγγιση» από την ανταπόκριση των Αρχών και του ευρύτερου περιβάλλοντος, υποβάλλοντάς την σε δευτερογενή θυματοποίηση, όπως χαρακτηριστικά μας έχει ειπωθεί.

Αστυνομία και σχολείο την παροτρύνουν να το ξεχάσει καθώς είναι κακόβουλο και δεν αξίζει να ασχοληθεί.

Κάποιες φορές, διευθύνσεις σχολείων προτιμούν τέτοια θέματα να μην λαμβάνουν διαστάσεις για να μην στιγματίζεται, το σχολείο γι’ αυτό και η προτροπή ήταν να μην συζητηθεί το θέμα.

Κάτι, που ενδεχομένως, λειτουργούσε αρνητικά στη γρήγορη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Το «ευτύχημα» για την εκπαιδευτικό ήταν ότι το μέιλ στάλθηκε και στην Αστυνομία, έτσι το Τμήμα Προστασίας Ευάλωτων Ομάδων της Αστυνομίας ανέλαβε αυτεπάγγελτα να εξετάσει τις καταγγελίες.

Όπως μας λέχθηκε από το περιβάλλον της, αυτό ήταν πολύ ανακουφιστικό, γιατί έστω και με αυτό τον τρόπο το θέμα θα τύγχανε διερεύνησης για να διαπιστωθεί ότι οι καταγγελίες ήταν ψευδείς και κακόβουλες, όπως και έγινε, παρόλο που η εκπαιδευτικός έπρεπε να παρουσιαστεί ως ύποπτη και να βιώσει όσα προβλέπονται σε αυτές τις περιπτώσεις!

Όσον αφορά στο πού βρίσκεται σήμερα η υπόθεση, πληροφορηθήκαμε πως η εκπαιδευτικός έχει αποταθεί σε δικηγόρο για να κινηθεί νομικά, αλλά χρειάζεται η ταυτοποίηση του αποστολέα.

«Αυτό έχει υποχρέωση να το κάνει η Αστυνομία αλλά, μέχρι σήμερα, δεν το έπραξε, παρόλο που βάσει κάποιων στοιχείων υπάρχουν εύλογες υποψίες για τον αποστολέα», μας αναφέρθηκε από το περιβάλλον της, διατυπώνοντας ερωτήματα όπως: Τι θα γίνει εάν, από το ίδιο πρόσωπο, επαναληφθεί ένα τέτοιο περιστατικό; Τι γίνεται με τις επιπτώσεις της ηλεκτρονικής βίας και του κυβερνοεκφοβισμού στην ψυχική υγεία ανθρώπων;