Το κακό δεν είναι που ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης «ανατίναξε κάθε γέφυρα συνεργασίας με το ΑΚΕΛ», όπως αφήνεται να διαρρεύσει στα ΜΜΕ. Για τον τόπο είναι καλό ή, εάν προτιμάτε, ένα πρόβλημα λιγότερο.

Το κακό είναι ότι η Εζεκία Παπαϊωάννου έχτισε τις γέφυρες με τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη την ώρα που παρίστανε την υπεύθυνη δύναμη. Ακόμα δε χειρότερο είναι πως, εάν εκείνος δεν είχε επιτεθεί στον ηγέτη του Κόμματος, το ΑΚΕΛ θα διατηρούσε τις γέφυρες.

Και ως κάποιος ο οποίος εξ απαλών ονύχων έζησε το τραύμα να βλέπει κάθε μέρα, στον δρόμο για το σχολείο – ωσάν το κυπριακό σχολείο τη δεκαετία του ’70 να μην ήταν αρκετή κακοποίηση από μόνο του- τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τη βιογραφία του Ππάπη και τα συναφή της κομματικής βιβλιοθήκης, οφείλω να σας πω κάτι που, ίσως να έχετε ξεχάσει: το ΑΚΕΛ είναι άξιο να κάνει την όποια κωλοτούμπα σε χρόνο dt.

Εάν εξυπηρετεί τις επιδιώξεις του κόμματος πρώτα και μετά τα άλλα —«το κόμμαν τζαι τα μμάθκια σας!»— το ΑΚΕΛ είναι ικανό να συμμαχήσει με οποιονδήποτε και να κάνει οτιδήποτε.

Ειδικά για το τελευταίο, το «οτιδήποτε», το κεφάλαιο «Οδυσσέας» είναι εξόχως επιβαρυντικό. Το κόμμα το οποίο, μισό αιώνα μετά, καπηλεύεται το πραξικόπημα του 1974 ελλείψει επιχειρημάτων, θέσεων και ρόλου στη σύγχρονη εποχή, διενήργησε και το ίδιο ένα θεσμικό πραξικόπημα με τον Οδυσσέα, για όσους το έχουν ξεχάσει.

Διόλου τυχαία, εντελώς μικροπολιτικά και εγκληματικά ανεύθυνα έναντι του τόπου, το ΑΚΕΛ είχε μετατρέψει σε παντιέρα την ελεεινή εκείνη θεωρία συνωμοσίας ότι η απόφαση των οκτώ δικαστών του Ανωτάτου Συνταγματικού υπαγορεύθηκε από ένα «σύστημα θεσμικής διαπλοκής και διαφθοράς», για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του ίδιου του Στέφανου Στεφάνου.

Ένα σύστημα έναντι του οποίου, όπως είχε πει, κανείς δεν δικαιούται να μένει απαθής. Στο σύστημα ενέτασσαν δε και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, όπως και την κυβέρνηση. Αστήριχτα. Το σύστημα, είχε πει ο γ.γ., σπέρνει καχυποψία για τους θεσμούς, υποβιβάζει το κράτος δικαίου και συγκαλύπτει σκάνδαλα.

Όταν βεβαίως εκείνος έσπερνε την καχυποψία.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη διαδήλωση έξω από το Προεδρικό και τα κάθε λογής θλιβερά νούμερα που είχαμε δει; Τη δήλωση Λουκαΐδη περί προσπάθειας φίμωσης ενοχλητικών φωνών από το «σύστημα»; Τα περί ευθύνης του Προέδρου, ο οποίος άφησε, λέει, «να φτάσουν τα πράγματα εκεί που έφτασαν»; Δηλαδή τι έπρεπε να κάνει ο ΠτΔ;

Αφού ήταν και του «συστήματος». Ή εδώ δεν ήταν;

Κυρίως όμως οι οκτώ δικαστές. Οι δικαστές οι οποίοι στήριξαν κάθε λέξη του πορίσματός τους με σωρεία επιχειρημάτων και αποδείξεων. Εάν η ομόφωνη απόφαση των οκτώ ήταν «εκφοβισμός» και φίμωση τάχα του Οδυσσέα, «πλήγμα στους θεσμούς» και εάν «η χώρα δεν έγινε Μεξικό, εσείς την κάνατε», όπως είχε πει η Ειρήνη, τι ήταν αυτό που έλεγαν;

Ότι αυτοί οι οκτώ δικαστές ήταν όργανα του διεφθαρμένου συστήματος και, επειδή μιλάμε για δικαστές, όχι για υπαλλήλους της Χειροτεχνίας με σύμβαση —και συνεπώς ποιον και τι να φοβηθούν;— ότι συνωμότησαν και οι οκτώ για να φάνε το παλικάρι με την αισχρή απόφασή τους.

Οκτώ άνθρωποι διασύρθηκαν από τον αποτρόπαιο λαϊκισμό ενός κόμματος που έχτισε πάνω στην ηθική τους εξόντωση για τον Μάη του 2026. Η παύση του Οδυσσέα ήταν «η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι» και προκάλεσε «τσουνάμι οργής και αγανάκτησης», είχε πει ο Γιώργος Λουκαΐδης.

Περί ορέξεως, βέβαια, αλλά δεν ήταν ποτήρι αυτό που ξεχείλισε. Κάτι άλλο ήταν. Και δεν το πλημμύρισαν οι δικαστές.

Το δε τσουνάμι, οχετός στην πραγματικότητα του λαϊκισμού και της ισοπέδωσης, παρασύρει δικαίους και αδίκους στο πέρασμά του. Τώρα και τους δημιουργούς του. Πρέπει να τους λυπηθούμε;