Στην ραδιοφωνική εκπομπή μου «Καθρέφτης» στο ertnews radio, το πάλαι ποτέ ιστορικό «Πρώτο Πρόγραμμα», έχω «4 σπουδαίες κολώνες», που μας προσφέρουν, ο καθένας, από μία Σκέψη της Ημέρας.
Κάθε Δευτέρα, έχουμε τον μουσικοσυνθέτη και θαλασσοπόρο μας, Δημήτρη Οικονομάκη. Τον λέμε και «φευγάτο».
Κάθε Τρίτη, την Βίβιαν Αβρααμίδου Πλουμπή, συγγραφέα, με προσωρινή κατοικία την Πράγα ώσπου να ανοίξει η πόλη της στην Κύπρο, η Αμμόχωστος. Είμαι σίγουρος ότι όταν με το καλό απελευθερωθεί και το Βαρώσι, η Βίβιαν θα είναι η πρώτη που θα μπει…
Κάθε Τετάρτη, ο «Πατριάρχης των Σκέψεων της Ημέρας», Γιώργος Λιγνός, πρώην μάνατζερ και δάσκαλος, νυν παρατηρητής των πραγμάτων, και εκπαιδευτικός. Αυτός «έφερε» και τους υπόλοιπους. Και,
Κάθε Πέμπτη, ο βιολόγος, εκπαιδευτικός και συγγραφέας μας, Θάνος Καψάλης. Αυτήν την περίοδοείναι σε συγγραφική άδεια, και ετοιμάζει το νέο του βιβλίο. Σήμερα, θα ήθελα να σας προσφέρω ένα μικρό απόσπασμα από μια Σκέψη του από τις 30 Μαίου του 2024, στην οποία μας μίλησε για τον Βιβλιοσκώληκα – εκ του αγγλικού Bookworm:
Ο Ουμπέρτο Έκο (φωτό), στο μυθιστόρημα του «ΤοΚοιμητήριο της Πράγας», που έχει ως αντικείμενο τις θεωρίες συνωμοσίας, βάζει τον ήρωά του να λέει: «Όταν ένας κατάσκοπος θέλει να πουλήσει κάποια πληροφορία, το μόνο που έχει να κάνει είναι να αφηγηθεί κάτι που μπορείτε να βρείτε σε οποιοδήποτε πάγκο με βιβλία από δεύτερο χέρι».
Υποθέτω ότι με την κουβέντα του αυτή ο Έκο, δεν θέλησε να μας μιλήσει μόνον για την τέχνη της κατασκοπίας. Τέχνη η οποία, μεταξύ άλλων, συνίσταται και στην ικανότητα του κατασκόπου, να εξαπατά παρουσιάζοντας τις φανταστικές πληροφορίες του, ως πραγματικές. Θέλησε να μιλήσει και για τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Τη μεγάλη πηγή γνώσεων της οποίας την ποικιλία γνωρίζουν και εκτιμούν οι βιβλιοδίφες.
Ως αυτόκλητος συνήγορος της πρόθεσης που του αποδίδω, θα αποπειραθώ να την επεκτείνω, απαριθμώντας τα οφέλη της αναζήτησης και αγοράς βιβλίων από δεύτερο χέρι.
Το πρώτο όφελος γι’ αυτόν που ανασκαλεύει τους πάγκους των παλαιοβιβλιοπωλών, είναι ότι μετέχει σ’ένα είδος κυνηγιού θησαυρού, που παρόμοιό του, δεν θα βρει – έναντι των άλλων πλεονεκτημάτων που του παρέχονται – στα οργανωμένα, κατά συγγραφέα ή είδος, ράφια των βιβλιοπωλείων. Δεν ξέρει ποτέ αυτό που θα ανακαλύψει. Κι όταν συμβεί να σκοντάψει πάνω σ’ένα βιβλίο που τον ενδιαφέρει, τότε δημιουργείται ένας σπινθήρας, τόσο λαμπρός, όσο αυτός που αστράφτει όταν η διάθεσή μας συμπίπτει με το ξεχασμένο ή άγνωστο τραγούδι που ακούγεται τυχαία από το ραδιόφωνο.
Το δεύτερο, αφορά σε μια μοναδική ιδιότητα των μεταχειρισμένων βιβλίων. Ότι βρίσκεται σε αυτά κρυμμένη, η πιο υλική, η πιο χειροπιαστή απόδειξη της συνέχειας του πολιτισμού και της γνώσης. Φυσικά, όλα τα βιβλία τυπώνουν και αποθησαυρίζουν τη γνώση και τις σκέψεις του συγγραφέα τους. Όμως στα μεταχειρισμένα, συμβαίνει και κάτι ακόμα: Στις σελίδες τους αποτυπώνεται, η δική τους ιστορία, και μαζί της, η ιστορία και η μνήμη του προηγούμενου κατόχου τους. Μοιάζουν δηλαδή, κάπως, με τα παλαιά χειρόγραφα. Ο αναγνώστης αφήνει το ακούσιο ή εκούσιο ίχνος της χρήσης τους: Έναν λεκέ από καφέ, ή από δάκρυ. Τις υπογραμμίσεις και τις παρατηρήσεις στο περιθώριο. Μια καρτ-ποστάλ ή ένα εισιτήριο κινηματογράφου που χρησιμοποιήθηκε ως σελιδοδείκτης. Έτσι το μεταχειρισμένο βιβλίο προσθέτει μια δεύτερη, επαυξημένη εμπειρία στον αναγνώστη την οποία δεν θα βρει σε ένα καινούργιο.
Ανάμεσα στα οφέλη τους, δεν πρέπει να παραλείψουμε το μικρό τους κόστος και επίσης, τη συμβολή τους στην αειφορία, αφού η επαναχρησιμοποίησή τους, εξοικονομεί φυσικούς πόρους. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα; Ότι χαρίζουν μια δεύτερη, τρίτη, και ποιος ξέρει ποια επόμενη ζωή, σε έναν τίτλο που μπορεί να έχει εξαντληθεί.
Βεβαίως τα μεταχειρισμένα βιβλία έχουν και μειονεκτήματα, που όμως είναι υποδεέστερα των πλεονεκτημάτων τους. Όπως π.χ. ότι από την πώληση του μεταχειρισμένου βιβλίου, δεν μπαίνει τίποτε στον λογαριασμό του συγγραφέα και του εκδότη, οι οποίοι προφανώς, πρέπει να ζήσουν. Όμως το μειονέκτημα αυτό, δεν πρέπει να τους απασχολεί. Θα το ισοφαρίσει, προοπτικά, η αύξηση του αναγνωστικού κοινού στο οποίο συμβάλλει η χαμηλή τιμή τους.