Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της ερχόμενης Κυριακής αναμένεται να διαμορφώσουν ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό σκηνικό. Ιδίως εάν τα κόμματα που, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δίνουν μάχη για να υπερβούν το όριο εισόδου στη Βουλή -Βολτ, ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγοι- τελικά τα καταφέρουν. Μια Βουλή δέκα κομμάτων θα αποτελεί, ουσιαστικά, μια σύγχρονη εκδοχή της Βαβέλ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις ισορροπίες, τις συναινέσεις και τη λειτουργικότητά της.

Το βράδυ της Κυριακής αναμένεται ψυχοφθόρο για αρκετούς σε πολλά κομματικά επιτελεία. Το ενδιαφέρον, άλλωστε, δεν περιορίζεται αυτή τη φορά μόνο στην πρωτιά. Ασφαλώς, εάν το ΑΚΕΛ καταφέρει να αναδειχθεί πρώτο κόμμα -κάτι που η στήλη θεωρεί έκπληξη- το γεγονός θα έχει τη σημασία του. Ωστόσο, δεν θα έχει το πολιτικό βάρος που είχε παλαιότερα.

Πρώτον, επειδή η καθίζηση των δύο παραδοσιακών πόλων έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε το εκλογικό αποτέλεσμα να έχει πλέον περιορισμένο αντίκρισμα ενόψει προεδρικών εκλογών. Όταν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ κινούνταν πάνω από το 30%, εξασφάλιζαν με σιγουριά θέση στον δεύτερο γύρο και στη συνέχεια αναζητούσαν συμμαχίες με τα κόμματα του κέντρου.

Δεύτερον, διότι τα κόμματα που επί χρόνια διαφήμιζαν τον εαυτό τους ως «ρυθμιστές», έχουν χάσει σε σημαντικό βαθμό αυτό το πλεονέκτημα. Ο λόγος αφορά κυρίως το ΔΗΚΟ και σε μικρότερο βαθμό την ΕΔΕΚ. Μια ανάγνωση των αποτελεσμάτων των βουλευτικών εκλογών του 21ου αιώνα αρκεί για να καταδείξει τη μετάλλαξη του πολιτικού σκηνικού.

Το 2001, το ΔΗΚΟ κατέγραψε 14,84%, ενώ το ΑΔΗΚ, το οποίο ίδρυσε το πρώην δηκοϊκό στέλεχος Ντίνος Μιχαηλίδης, εξασφάλισε 2,16%. Το ΚΙΣΟΣ, όπως είχε μετονομαστεί η ΕΔΕΚ, περιορίστηκε στο 6,51%. Την ίδια στιγμή, το ΑΚΕΛ αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με 34,71% και ο ΔΗΣΥ ακολούθησε με 34%. Σε εκείνο το σκηνικό, μια συνεργασία οποιουδήποτε μεγάλου κόμματος με το ΔΗΚΟ μπορούσε, σε μεγάλο βαθμό, να ανοίξει τον δρόμο προς την εξουσία.

Παρόμοια ήταν η εικόνα και το 2006. Το ΑΚΕΛ εξασφάλισε 31,13% και ο ΔΗΣΥ 30,34%. Το ΔΗΚΟ, μετά τη διάλυση του ΑΔΗΚ, επέστρεψε στο ισχυρό 17,92%, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως βασικού ρυθμιστή, ενώ η ΕΔΕΚ κατέγραψε 8,91%.

Το 2011, το ΔΗΚΟ περιορίστηκε στο 15,76%. Ωστόσο, ο ΔΗΣΥ ανέβηκε στο 34,28% και το ΑΚΕΛ στο 32,67%, διατηρώντας ισχυρό το δίπολο. Παρ’ όλα αυτά, το ΔΗΚΟ εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως ο βασικός ενδιάμεσος παίκτης, ενώ και η ΕΔΕΚ διατηρούσε σημαντική επιρροή με 8,93%.

Το 2016 αποτέλεσε σημείο καμπής. Ήταν η χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση, όχι μόνο για τα μεγάλα κόμματα αλλά συνολικά για το πολιτικό σκηνικό. Ο ΔΗΣΥ υποχώρησε στο 30,69%, ενώ το ΑΚΕΛ κατέγραψε σημαντική πτώση στο 25,67%, ως απόρροια της αρνητικής διακυβέρνησής του. Την ίδια περίοδο, όμως, εμφανίστηκαν νέοι παίκτες. Η Συμμαχία Πολιτών του Γιώργου Λιλλήκα με 6,01% και η Αλληλεγγύη της Ελένης Θεοχάρους με 5,24%.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το ΔΗΚΟ παρέμενε βασικός ρυθμιστής, καθώς το 14,49% μπορούσε, ιδιαίτερα σε συνεργασία με τον ΔΗΣΥ, να εξασφαλίσει προϋποθέσεις εξουσίας, ασχέτως του ότι αυτό δεν συνέβη το 2018.

Το 2021 αποτέλεσε την πρώτη σοβαρή ένδειξη ότι ο ρυθμιστικός ρόλος του ΔΗΚΟ έμπαινε υπό αμφισβήτηση. Ο ΔΗΣΥ περιορίστηκε στο 27,77% και το ΑΚΕΛ στο 22,34%, ενώ το ΔΗΚΟ συρρικνώθηκε στο 11,29%, μετά και τη διάσπαση που οδήγησε στη δημιουργία της ΔΗΠΑ υπό τον Μάριο Καρογιάν, η οποία εξασφάλισε 6,1%. Η ΕΔΕΚ περιορίστηκε στο 6,72%.

Παρά την αποδυνάμωσή του, το ΔΗΚΟ συνέχισε να θεωρείται ο βασικός ενδιάμεσος παίκτης ανάμεσα στους δύο μεγάλους, κυρίως επειδή παρέμενε τρίτο κόμμα με διψήφιο ποσοστό.

Αν το 2021 ήταν ο προπομπός ενός νέου πολιτικού σκηνικού, η 24η Μαΐου 2026 δείχνει να σηματοδοτεί την οριστική μετάβαση. Στη βάση των μηνυμάτων όλων των δημοσκοπήσεων, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αναμένεται να εμφανιστούν ακόμη πιο αποδυναμωμένοι. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το ΔΗΚΟ.

Με απλά λόγια, το άθροισμα οποιουδήποτε από τους δύο μεγάλους μαζί με το ΔΗΚΟ δύσκολα θα επαρκεί πλέον για να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα εξουσίας ή ακόμη και ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Τη σημαντική τρίτη θέση, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, φαίνεται να εξασφαλίζει το ΕΛΑΜ, στη σκακιέρα θα δηλώσουν παρόν δύο νέα κόμματα, το Άλμα και η Άμεση Δημοκρατία. Το ποσοστό το οποίο θα εξασφαλίσουν αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τις μετεκλογικές ισορροπίες και τις συμμαχίες που θα επιχειρηθούν.

Εάν τελικά οι κάλπες επιβεβαιώσουν το σκηνικό που περιγράφουν οι δημοσκοπήσεις, τότε το πολιτικό σκάκι των προεδρικών εκλογών θα γίνει εξαιρετικά σύνθετο. Και μαζί του, αναπόφευκτα, θα γίνουμε θεατές περισσότερων πολιτικών παζαριών.