Πολιτικός σεισμός; Τσουνάμι; Σε κάθε περίπτωση, δεν πέσαμε από τα σύννεφα με όσα καταγράφονται στο πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς σε σχέση με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη, «Κράτος Μαφία». Ωστόσο, προκαλούν σοκ τα όσα αποτυπώνονται στα συμπεράσματα της Αρχής για τον τρόπο με τον οποίο -εφόσον επιβεβαιωθούν- φαίνεται να λειτουργούσαν θεσμοί και αξιωματούχοι του κράτους.
Η εικόνα που προβάλλεται θυμίζει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Μια κυπριακή εκδοχή του «Νονού», όπου ένα παράλληλο σύστημα εξουσίας φέρεται να λειτουργούσε στη σκιά του νόμιμου κράτους, αξιοποιώντας ή ακόμη και χειραγωγώντας τους θεσμούς του. Βεβαίως, το τεκμήριο της αθωότητας είναι αδιαπραγμάτευτο και μόνο τα δικαστήρια μπορούν να αποφανθούν για το κατά πόσο οι ισχυρισμοί αυτοί ευσταθούν ή όχι. Παρ’ όλα αυτά, για πρώτη φορά αποτυπώνεται σε ένα επίσημο πόρισμα αυτό που για χρόνια αιωρείτο ως γενική αίσθηση στη δημόσια ζωή του τόπου: η ύπαρξη ενός εκτεταμένου συστήματος διαφθοράς.
Τα βήματα που θα ακολουθήσουν είναι καθοριστικής σημασίας. Δεν πρέπει να χαθεί το υλικό που έχει συγκεντρωθεί, ούτε να παραμείνουν αναπάντητα ερωτήματα και σκιές γύρω από την υπόθεση. Γι’ αυτό απαιτούνται ιδιαίτερα προσεκτικοί χειρισμοί. Νομικοί που τοποθετήθηκαν δημόσια επί του θέματος εισηγούνται τον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, η εξαίρεση των δύο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας από οποιαδήποτε διαδικασία χειρισμού της φαίνεται να αποτελεί σχεδόν μονόδρομο.
Ανεξάρτητα από την τελική κατάληξη της υπόθεσης και από το κατά πόσο οι αναφορές σε πιθανά ποινικά αδικήματα θα αποδειχθούν ενώπιον δικαστηρίου, το κρίσιμο είναι να εμπεδωθεί στην κοινωνία η πεποίθηση ότι όλα διερευνήθηκαν με πλήρη διαφάνεια, αμεροληψία και θεσμική καθαρότητα.
Η σημασία της υπόθεσης είναι μεγάλη και για έναν ακόμη λόγο. Μέσα από το πόρισμα η διαφθορά παύει να είναι μια αόριστη και ασαφής έννοια. Συγκεκριμενοποιείται μέσα από γεγονότα, πράξεις και πρόσωπα. Δεν πρόκειται για μια γενικευμένη θολούρα απαξίωσης ή για μια οριζόντια ισοπέδωση των πάντων. Αντιθέτως, αναδεικνύονται συγκεκριμένες περιπτώσεις που χρήζουν διερεύνησης και λογοδοσίας. Αυτή είναι και η ουσία ενός κράτους δικαίου: η απόδοση ευθυνών εκεί όπου υπάρχουν ενδείξεις και όχι η αδιάκριτη καχυποψία που δηλητηριάζει συνολικά τη δημόσια ζωή.
Η διαφθορά αποτελεί διαχρονική παθογένεια του δημόσιου βίου στην Κύπρο. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, το αίσθημα αυτό είχε ενταθεί στην κοινωνία, η οποία αναζητούσε τρόπους να εκφράσει την απογοήτευσή της και να τιμωρήσει πολιτικά όσους θεωρούσε υπεύθυνους. Η διαφθορά, βεβαίως, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο πολιτικό σύστημα. Διαπερνά διαφορετικούς τομείς της δημόσιας ζωής, κάτι που καταγράφεται και στα πορίσματα της ίδιας της Αρχής μέσα από τις υποθέσεις που έχει εξετάσει.
Ο θυμός της κοινωνίας, ωστόσο, στρέφεται πρωτίστως προς το πολιτικό σύστημα. Και πολλές φορές εκφράζεται με τρόπους ανορθόδοξους και επικίνδυνους για τη δημοκρατική ομαλότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα αναδείχθηκαν διάφορα πολιτικά φαινόμενα που υπόσχονται εύκολες λύσεις και ριζικές ανατροπές, χωρίς όμως να διαθέτουν ούτε το σχέδιο ούτε τη δυνατότητα να διορθώσουν τις βαθιές στρεβλώσεις του συστήματος.
Η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει από την ισοπέδωση των θεσμών ούτε από την απαξίωση της πολιτικής. Θα έρθει μέσα από την ενίσχυση της λογοδοσίας, τη θωράκιση των θεσμών και τη διαρκή πίεση της κοινωνίας για περισσότερη διαφάνεια. Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν αποτελεί το τέλος μιας διαδρομής· είναι η αρχή μιας κρίσιμης δοκιμασίας για το κράτος δικαίου στην Κύπρο. Και η αξιοπιστία των θεσμών θα κριθεί όχι από τις διαπιστώσεις που καταγράφηκαν στις σελίδες του, αλλά από το αν η Πολιτεία θα έχει το θάρρος να προχωρήσει μέχρι τέλους, όσο ψηλά κι αν οδηγεί η έρευνα.