Απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχεια του νέου σοκ που έφερε το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, δεν μπορεί να είναι άλλη από τη διασφάλιση της αμεροληψίας όποιων θα διαχειριστούν τα επόμενα βήματα.

Δηλαδή, τη διασφάλιση ότι οι υποθέσεις, που μέχρι τώρα αναφέρονται ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων», θα φτάσουν τίμια και ολοκληρωμένα ενώπιον της δικαιοσύνης ώστε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να καθαρίσουν οι αθώοι (υπάρχουν;) και να τιμωρηθούν οι ένοχοι.

Αλλά, για να ανταποκριθεί η Πολιτεία σε αυτή την προϋπόθεση, πρέπει να φροντίσει ώστε όσοι για διάφορους λόγους δεν έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία δεν θα έχουν κανέναν απολύτως λόγο στην όποια εξέλιξη. Κι αυτοί είναι πρωτίστως ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας. Το αντελήφθησαν και οι ίδιοι και γι΄ αυτό ανακοίνωσαν ότι εξαιρούνται και θα απέχουν από την αξιολόγηση του πορίσματος ή τη λήψη απόφασης.

Αλλά η επόμενη ανακοίνωσή τους ανοίγει ξανά το κεφάλαιο της καχυποψίας. Στήνουν Έκτακτο Εισαγγελικό Συμβούλιο το οποίο θα αναλάβει, λένε, τον χειρισμό του πορίσματος. Αυτό το Συμβούλιο όμως απαρτίζεται από ανώτατους λειτουργούς της Νομικής Υπηρεσίας. Δηλαδή, από υφισταμένους τους, από εργαζόμενους εξαρτώμενους τους. Ε, τότε γιατί εξαιρέθηκαν οι Σαββίδης και Αγγελίδης; Για τους τύπους; Για να υπάρξει ένας στιγμιαίος εφησυχασμός στην οργισμένη κοινή γνώμη, αλλά στην πράξη οι δύο εξαιρεθέντες θα παρακολουθούν πώς προχωρούν οι υφιστάμενοι τους από τα διπλανά γραφεία;

Αν διοριστούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές θα είναι υπόλογοι σε αυτό το Εισαγγελικό Συμβούλιο. Στη Νομική Υπηρεσία, δηλαδή. Αυτό, αυτομάτως δημιουργεί συνθήκες καχυποψίας. Δεν μπορούν μάλλον να καταλάβουν πόσο σημαντικό είναι να πεισθεί η κοινωνία ότι όχι μόνο θα γίνουν όλα αμερόληπτα, αλλά και θα φαίνονται αμερόληπτα. Και για να φαίνονται δεν πρέπει να έχει εμπλοκή κανένας λειτουργός της Νομικής Υπηρεσίας.

Υπάρχει το προηγούμενο με την υπόθεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου και το οποίο υπενθύμισαν πολλοί έγκριτοι νομικοί αυτές τις μέρες. Ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης εξαιρέθηκε αλλά δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Όρισε ιδιώτη ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή (τον Παναγιώτη Καλλή) αλλά και ιδιώτη ανεξάρτητο κατήγορο (τον Ηλία Στεφάνου). Οι αστυνομικοί, που έκαναν την έρευνα καθοδηγούνταν από τον ποινικό ανακριτή και όλοι λογοδοτούσαν στον Κατήγορο ο οποίος είχε την ευθύνη να παρουσιάσει την υπόθεση στο δικαστήριο. Χωρίς καμιά ανάμιξη του Γενικού Εισαγγελέα ή υφισταμένων του.

Αυτό είναι ένα καλό προηγούμενο που μπορεί να αξιοποιηθεί. Μπορεί να έχουν και κάτι άλλο υπόψη, δεν το ξέρουμε. Πάντως, το σημαντικό είναι να δοθεί καθαρά το μήνυμα της αντικειμενικής αμεροληψίας χωρίς να μένει καμιά αμφιβολία στα μάτια των πολιτών. Και το Εισαγγελικό Συμβούλιο με λειτουργούς της Εισαγγελίας, δημιουργεί πολλές αμφιβολίες. Και γίνονται χειρότερες αν στο τέλος θα είναι υπόλογοι σε αυτό το συμβούλιο οι ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές και θα κατευθύνονται από τα γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας.

Το Υπουργικό Συμβούλιο οφείλει να διασφαλίσει ότι ο ιδιώτης ποινικός ανακριτής και ο ιδιώτης Κατήγορος (αν διοριστεί), θα έχουν απόλυτη ανεξαρτησία για τους χειρισμούς και τις αποφάσεις τους. Δεν είναι αρκετό να διαβεβαιώνει ο κυβερνητικός Εκπρόσωπος ότι «εφόσον, στο πλαίσιο των προβλεπόμενων διαδικασιών, προκύψει ανάγκη ανάληψης ενεργειών από πλευράς της Εκτελεστικής Εξουσίας, αυτό θα γίνει με απόλυτο σεβασμό στο Σύνταγμα, στις αρμοδιότητες κάθε θεσμού και στις πρόνοιες της νομοθεσίας».

Η ανάγκη ανάληψης ενεργειών από την εκτελεστική εξουσία έχει προκύψει από καιρό. Εδώ μιλάμε για θεσμική κρίση κολοσσιαίων διαστάσεων και η εκτελεστική εξουσία δεν επιτρέπεται να νίπτει τας χείρας επειδή δήθεν σέβεται τις «αρμοδιότητες κάθε θεσμού»; Αν δεν προκύπτει ανάγκη ΤΩΡΑ να δράσει η εκτελεστική εξουσία πότε περιμένουν να προκύψει; Να καταρρεύσουν όλα και μετά;