Η απόφαση των προϊσταμένων της Γενικής Εισαγγελίας να αυτοεξαιρεθούν από την υπόθεση «Κράτος Μαφία» κρίνεται ως κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο την ίδια στιγμή δημιουργεί νέα, κρίσιμα ερωτήματα ως προς το ποιος θα έχει την αρμοδιότητα να αξιολογήσει αν στοιχειοθετείται ποινική υπόθεση και αν αυτή θα οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Μιλώντας στο philenews, ο νομικός Αχιλλέας Δημητριάδης εισηγείται τον διορισμό ανεξάρτητου κατήγορου που θα αναλάβει τη διαχείριση της υπόθεσης, ενώ παράλληλα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον διαχωρισμό των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα.
«Να διοριστούν ανακριτές οι οποίοι να είναι πραγματικά ανεξάρτητοι»
Αρχικά, ανέφερε ότι οι χθεσινές εξελίξεις ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, μαζί με την Προϊστάμενη των Ποινικών Υποθέσεων της Νομικής Υπηρεσίας, αυτοεξαιρέθηκαν από την υπόθεση. Παράλληλα, το Προεδρικό εξέφρασε την πρόθεση να διορίσει ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές.
«Πρόκειται για δύο θετικές και ορθές αποφάσεις. Τώρα αναμένουμε να δούμε ποιους θα διορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο, ώστε να διαπιστώσουμε κατά πόσο είναι πράγματι ανεξάρτητοι», είπε.
Πρόσθεσε ότι το Προεδρικό θα μπορούσε να αξιοποιήσει ορισμένους από τους Λειτουργούς Επιθεώρησης που ετοίμασαν το πόρισμα. «Διαθέτουν τις γνώσεις και την τεχνογνωσία για να βοηθήσουν», σημείωσε, τονίζοντας ότι θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ανακριτική ομάδα.
«Πρέπει να εξαιρεθεί ολόκληρη η Νομική Υπηρεσία»
Στη συνέχεια, ο κ. Δημητριάδης υπογράμμισε ότι ο διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών αποτελεί το πρώτο βήμα, ωστόσο απομένει ακόμη ένα ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο.
Όπως εξήγησε, η ανακριτική διαδικασία θα παράξει μαρτυρικό υλικό. «Κάποιος θα πρέπει να το εξετάσει και στη συνέχεια να αποφασίσει κατά πόσο στοιχειοθετείται ποινική κατηγορία, ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης», ανέφερε.
Συνεχίζοντας, σημείωσε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας εκχώρησε τη σχετική εξουσία στο Εισαγγελικό Συμβούλιο. «Κατά την άποψή μου, αυτό είναι λανθασμένο. Δεν μπορεί οι υφιστάμενοι του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να ασχολούνται με την υπόθεση, τη στιγμή που οι προϊστάμενοί τους έχουν ήδη εξαιρεθεί», είπε.
Υπογράμμισε ότι ολόκληρη η Νομική Υπηρεσία θα πρέπει να εξαιρεθεί από την υπόθεση «Κράτος Μαφία».
Ο διορισμός Ανεξάρτητου Κατήγορου και το προηγούμενο με τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου
Ακολούθως, ο κ. Δημητριάδης πρότεινε τον διορισμό ανεξάρτητων κατηγόρων, οι οποίοι θα αναλάβουν τη διαχείριση της υπόθεσης. Υπενθύμισε την υπόθεση του πρώην Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου, κατά την οποία ο τότε Γενικός Εισαγγελέας είχε διορίσει ως ανεξάρτητο ιδιώτη κατήγορο τον Ηλία Στεφάνου.
«Για να ικανοποιηθεί το περί δικαίου αίσθημα και δεδομένης της εξαίρεσης των Γιώργου Σαββίδη, Σάββα Αγγελίδη και Έλενας Κλεόπα, θα πρέπει να εξαιρεθεί ολόκληρη η Νομική Υπηρεσία λόγω της σχέσης προϊσταμένου – υφισταμένου και να αναλάβει την υπόθεση ένας ανεξάρτητος δημόσιος κατήγορος, ο οποίος θα καθοδηγεί την ανακριτική διαδικασία», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, ο ανεξάρτητος κατήγορος θα είναι εκείνος που θα εκπροσωπήσει την κατηγορούσα αρχή ενώπιον του Δικαστηρίου. «Θα πρέπει επίσης να αναλάβει την ευθύνη της ετοιμασίας του κατηγορητηρίου, όπως πράττει σήμερα η Νομική Υπηρεσία σε συνεργασία με την Αστυνομία», πρόσθεσε.
Παράλληλα, ο κ. Δημητριάδης επεσήμανε ότι με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί πως τόσο η διερεύνηση όσο και η δικαστική διαχείριση της υπόθεσης θα είναι ανεξάρτητες.
«Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσοι αναφέρονται στο πόρισμα δεν έχουν καταδικαστεί», τόνισε, επισημαίνοντας ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είναι το πρόσωπο που μπορεί να εκχωρήσει τις σχετικές εξουσίες σε έναν ανεξάρτητο κατήγορο.
«Δημιούργησαν μια Αρχή κατά της Διαφθοράς χωρίς δόντια»
Στη συνέχεια, έθεσε και το ζήτημα των ανακριτικών εξουσιών που θα έπρεπε να διαθέτει η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς.
«Θα πρέπει να της δοθούν οι εξουσίες που απαιτούνται για να επιτελεί αποτελεσματικά το έργο της. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η διπλή διαδικασία και της παρέχονται τόσο ανακριτικές αρμοδιότητες όσο και το δικαίωμα καταχώρισης κατηγορητηρίου», ανέφερε. Σημείωσε ότι ευθύνη για το θέμα φέρει η Βουλή των Αντιπροσώπων.
«Δημιούργησαν μια Αρχή κατά της Διαφθοράς χωρίς δόντια. Τώρα μπορούν να της δώσουν τα απαραίτητα εργαλεία, είτε με τροποποίηση του σχετικού νόμου είτε, εάν κριθεί αναγκαίο, με τροποποίηση του Συντάγματος. Πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της υπερσυγκέντρωσης εξουσιών στο πρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα, όπως προβλέπεται από το άρθρο 113 του Συντάγματος», υποστήριξε.
Υπενθύμισε ακόμη ότι η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση αποτελούσε προεκλογική δέσμευση του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας. «Υπήρξε πρόταση νόμου από την Ειρήνη Χαραλαμπίδου και την Αλεξάνδρα Ατταλίδου, η οποία ουδέποτε εξετάστηκε από την Επιτροπή Νομικών. Ας το πράξουν τώρα», είπε.
Ακολούθως, εξήγησε ότι η δημιουργία της Αρχής κατά της Διαφθοράς εξυπηρετεί δύο βασικούς σκοπούς. Ο πρώτος είναι η λειτουργία μιας «επιτροπής αλήθειας», η οποία υποχρεώνει τους εμπλεκομένους να καταθέτουν την αλήθεια χωρίς να αντιμετωπίζουν ποινικές διώξεις. Ο δεύτερος είναι η διεξαγωγή εξειδικευμένων ερευνών που θα μπορούν να οδηγήσουν σε ποινικές διαδικασίες.
«Τώρα καταλάβαμε πώς λειτουργεί το σύστημα, πόσος χρόνος χάνεται, πόσα χρήματα δαπανώνται και πόσος κόπος των λειτουργών πηγαίνει χαμένος. Αν θέλουμε να αλλάξει η κατάσταση, τότε πρέπει να αναλάβει δράση η Βουλή», ανέφερε.
Τέλος, ο κ. Δημητριάδης έθεσε ζήτημα και για τον χρόνο δημοσιοποίησης του πορίσματος. «Το πόρισμα παραδόθηκε τον Απρίλιο και μας είπαν ότι δεν υπήρχε χρόνος για να δημοσιοποιηθεί. Θα μπορούσαν, έστω, να είχαν εκδώσει μια μονοσέλιδη ανακοίνωση, ενημερώνοντας ότι διερευνώνται συγκεκριμένα πρόσωπα για συγκεκριμένα αδικήματα. Στέρησαν από το εκλογικό σώμα τη δυνατότητα να γνωρίζει τα ευρήματα αυτών των ενδεχόμενων πράξεων διαφθοράς; Θα επηρέαζε αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα;», διερωτήθηκε.