Εδώ και αρκετούς μήνες, το συνδικαλιστικό κίνημα θέτει επιτακτικά αίτημα για άμεση έναρξη της συζήτησης για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας μας. Το ίδιο θέμα θέτει εδώ και χρόνια η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ), τονίζοντας επανειλημμένα πως η διασφάλιση της επάρκειας των συντάξεων αποτελεί ζήτημα μείζονος σημασίας για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας και της ευημερίας των πολιτών. 

Με σκοπό, μάλιστα, να συμβάλει στη συζήτηση για το συνταξιοδοτικό σύστημα, η ΟΕΒ έχει διοργανώσει εξειδικευμένα συνέδρια, με ομιλητές από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, με το τελευταίο συνέδριο να έχει πραγματοποιηθεί τον περασμένο Απρίλιο.

Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ των θέσεων της ΟΕΒ και των συντεχνιών έγκειται στη φιλοσοφία με την οποία οι δύο πλευρές προσεγγίζουν το θέμα. Από τη μία, η ΟΕΒ επιθυμεί την εις βάθος συζήτηση και αξιολόγηση του συστήματος, που θα λάβει υπόψη την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, την υπογεννητικότητα, τις οικονομικές συνθήκες, το θεσμικό πλαίσιο και τους τρεις πυλώνες συνταξιοδοτικών παροχών και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τη μελλοντική πορεία και αποδοτικότητά του. Από την άλλη, οι συντεχνίες ζητούν ένα και μόνο πράγμα: την κατάργηση της αναλογιστικής μείωσης των συντάξεων που καταβάλλονται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ) για όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν πριν το 65ο έτος της ηλικίας τους. 

Η ΟΕΒ επιδιώκει ολιστική προσέγγιση του ζητήματος, καθώς μεμονωμένες συζητήσεις και αποσπασματικά αιτήματα θα δώσουν απλά μεσοπρόθεσμες λύσεις, χωρίς να επιτυγχάνεται ο απώτερος στόχος της βελτίωσης των συντάξεων, ειδικότερα για τις μελλοντικές γενιές. Οι συντεχνίες, στην πράξη ζητούν την επαναφορά της ηλικίας συνταξιοδότησης στο 63ο έτος ηλικίας. 

 

Τι πραγματικά σημαίνει η αξίωση των συντεχνιών; 

Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το ΤΚΑ σχεδιάστηκε πριν από τέσσερις και πλέον δεκαετίες, λαμβάνοντας υπόψη τις τότε παραμέτρους της οικονομίας, τα δημογραφικά αλλά και τις εκτιμήσεις για την εξέλιξη τους. Στην πορεία του χρόνου και λόγω των αποκλίσεων που παρατηρήθηκαν από τα προβλεφθέντα, έγιναν διάφορες τροποποιήσεις στο σύστημα, με στόχο τη βελτίωσή του, αλλά κυρίως τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του. 

Από την αρχή της εφαρμογής του συστήματος, η ηλικία συνταξιοδότησης είχε καθοριστεί στα 65 έτη, με το προσδόκιμο ζωής τότε να βρίσκεται στα 75 έτη. Το 1993 δόθηκε για πρώτη φορά το δικαίωμα της πρόωρης συνταξιοδότησης στο 63ο έτος, κάτι που οδήγησε στην επιδείνωση των οικονομικών του Ταμείου, που κατέληξε να καταβάλλει συντάξεις για περίπου διπλάσιο διάστημα από αυτό που είχε αρχικά σχεδιαστεί να καλύπτει.

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις της οικονομίας και συγκεκριμένα τη συνεχιζόμενη αύξηση του προσδόκιμου ζωής, την υπογεννητικότητα και κατ’ επέκταση τη μειωμένη συμμετοχή εργατικού δυναμικού στις εισφορές, η ΟΕΒ προέβαλλε επί σειρά ετών την ανάγκη επαναφοράς της ηλικίας συνταξιοδότησης στο 65ο έτος, καθώς το μέτρο αυτό ήταν και το πρώτο που υιοθέτησαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπισαν τα ίδια με την Κύπρο προβλήματα. Με αυτή τη ρύθμιση, θα δημιουργούνταν πραγματικά κίνητρα αναστολής λήψης των συντάξεων και ταυτόχρονα θα υπήρχε ουσιαστική επέκταση του εργασιακού βίου, με όλα τα θετικά συνεπακόλουθα, περιλαμβανομένης της θετικής επίδρασης που θα είχε η υιοθέτηση του μέτρου στα συνταξιοδοτικά εισοδήματα των εργαζομένων.

Η θέση της ΟΕΒ για κατάργηση της θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη με προϋποθέσεις στο 63ο έτος ηλικίας δεν εισακούστηκε, ενώ τον Μάρτιο του 2009, έπειτα από κοινωνικό διάλογο που διήρκησε τρία χρόνια, ψηφίστηκε από τη Βουλή νομοσχέδιο που εισήγαγε μέτρα με σκοπό τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ΤΚΑ. Τα μέτρα περιλάμβαναν σταδιακές αυξήσεις ανά πενταετία στις εισφορές που καταβάλλονται από εργοδότες, εργαζόμενους και αυτοεργοδοτούμενους, αυστηρότερες προϋποθέσεις για την καταβολή παροχών, περιλαμβανομένων της σύνταξης γήρατος, του εφάπαξ ποσού γήρατος και άλλων συνταξιοδοτικών επιδομάτων (ανικανότητας/χηρείας), καθώς επίσης και άλλα μέτρα που κρίθηκαν την δεδομένη στιγμή αναγκαία. 

Δύο χρόνια αργότερα, το 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιέλαβε στις συστάσεις της για τα συνταξιοδοτικά σχέδια που εφαρμόζονται στην Κύπρο την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης, με βάση την αύξηση στο μέσο όριο ζωής «ή άλλα ισοδύναμα μέτρα», κρίνοντας τα μέτρα που λήφθηκαν το 2009 κατάλληλα, αλλά μη ικανοποιητικά. Σημειώνεται ότι το προσδόκιμο ζωής το 2011 ήταν τα 79,5 έτη ηλικίας, ενώ το προσδόκιμο ζωής το 2020 ήταν τα 82,4 έτη ηλικίας.

 

Η συμφωνία του 2012

Ακολουθώντας τις τότε συστάσεις της Επιτροπής, το 2012, με σκοπό να εφαρμοστούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο ΤΚΑ, ενόψει του αιτήματος της Δημοκρατίας για ένταξη στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, συμφωνήθηκαν ανάμεσα σε άλλα τα εξής:

Μόνιμη αναλογιστική μείωση του ύψους της σύνταξης γήρατος σε περίπτωση που αυτή αρχίζει να καταβάλλεται πριν το 65ον έτος (στο 63ο έτος). Αξίζει να σημειωθεί πως μέχρι εκείνη την στιγμή, ουδείς εργαζόμενος που θεμελίωσε δικαίωμα στο 63ο έτος ηλικίας ανέστειλε τη συνταξιοδότηση του.

Αναπροσαρμογή της συντάξιμης ηλικίας κάθε 5 χρόνια, συνδέοντας την με το προσδόκιμο ζωής, ξεκινώντας από το 2018.

Η θέση της ΟΕΒ δεν υιοθετήθηκε για ακόμα μία φορά.  

 

Αυξημένες εισφορές ή μείωση συντάξεων οι συνέπειες

Σήμερα, οι συντεχνίες επιμένουν στην κατάργηση της αναλογιστικής μείωσης των συντάξεων, χωρίς να τίθεται προϋπόθεση της διασφάλισης της βιωσιμότητας του Ταμείου. Ζητούν τη μείωση της συντάξιμης ηλικίας, χωρίς να απαιτείται αναλογιστική μελέτη. Ακόμα πιο σημαντικό όμως, επιμένουν χωρίς να διασφαλίζεται ότι δεν θα χρειαστεί πρόσθετη χρηματοδότηση του Ταμείου (που θα κληθούν να καταβάλουν εργοδότες και εργαζόμενοι) ή ότι δεν θα αναγκαστούμε να μειώσουμε τις συντάξεις. Γιατί αυτές θα είναι οι πραγματικές προεκτάσεις τυχόν υιοθέτησης της απαίτησης τους.

 

* Διευθύντρια Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής ΟΕΒ