Λίγες ημέρες πριν τη δυνατότητα του εκλογικού σώματος να ασκήσει την κυριαρχική βούλησή του για το ποίος θα αναδειχθεί κατά τις εκλογές ο νέος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, εντούτοις η συζήτηση για την προφανή ανάγκη πάταξης της διαφθοράς και της διαπλοκής παρέμεινε υποτονική, χωρίς να υπάρξουν σε βάθος εισηγήσεις και μέθοδοι περιορισμού αντιμετώπισης και εξαφάνισής της.

Προφανώς η γενικόλογη αναφορά και αόριστη υπόσχεση ότι, θα καταπολεμηθεί η διαφθορά δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί η καθολική διαπίστωση ότι έχει αποκτήσει με την πάροδο του χρόνου προεκτάσεις πέραν από την κομματική ανεπίτρεπτη παρέμβαση (ρουσφέτι) που διαμορφώθηκε για χρόνια ως πελατειακή σχέση (με ψήφιζες, άρα οφείλω ανταπόδοση) μετατράπηκε ήδη σε «εξυπηρέτηση» προσωπικών και μεγάλων ατομικών και οικονομικών συμφερόντων ως για παράδειγμα τα όσα αφορούν το Κατάρ και Ευρωβουλευτές.

Το έχω εγείρει πολλές φορές και μάλιστα σε διοικητικές διαφορές ενώπιον Δικαστηρίων ότι στην Κύπρο συνέβηκε μια προκλητικά παράνομη «σύμπραξη» Εκτελεστικής και Νομοθετικής εξουσίας στην προαγωγή Νόμου, ενώ ήταν ξεκάθαρο εξαρχής ότι επρόκειτο για μια προφανέστατη παραβίαση του Συντάγματος που, βεβαίως, δεν έγινε τυχαία!

Όλοι γνωρίζουμε την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Στα πλαίσια της αρχής αυτής τονίστηκε κατ’ επανάληψη με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεσμευτικές έναντι πάντων ότι, ο διορισμός, η προαγωγή, η συνταξιοδότηση και γενικά ό,τι αφορά τη Δημόσια Υπηρεσία ανήκει αποκλειστικά στο αρμόδιο, όργανο, αυτό της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Τούτο για να διατηρείται η τόσο αναγκαία για τη λειτουργία της κρατικής μηχανής, απαλλαγή των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων, από πολιτικές παρεμβάσεις!

Συνεπώς το να υποβληθεί Νομοσχέδιο από το Υπουργικό και να ψηφισθεί από τη Βουλή που πρόβλεπε ότι, σε ένα και μόνο από τα πολλά Τμήματα της Δημόσιας Υπηρεσίας και μάλιστα ένα ιδιαίτερα σημαντικό και ευαίσθητο τμήμα όπως αυτό της Φορολογίας, ο Διευθυντής του δεν θα διορίζεται από την ΕΔΥ και ούτε θα προηγείται προκήρυξη της θέσης και των απαιτήσεων σε προσόντα, για να ενδιαφερθούν προς κρίση και επιλογή όσοι έχουν τα απαραίτητα προσόντα, αποτελεί εσκεμμένη και σαφέστατη παραβίαση της αρχής της Νομιμότητας.

Το πιο φοβερό είναι ότι ο «εμπνευστής» του Νομοσχεδίου όχι μόνο παραβίασε την αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΔΥ, αλλά πρόβλεψε ότι δεν θα υποβάλλοντο έστω αιτήσεις με βάση προκήρυξη των απαιτήσεων (Σχέδιο Υπηρεσίας) από προσοντούχους που αποτελεί υποχρέωση συμβατική με βάση διεθνή σύμβαση να είναι η κάθε θέση του δημοσίου ανοικτή προς διεκδίκηση από κάθε ενδιαφερόμενο. Πρόσθετα η επιλογή του Τμηματάρχη θα εγίνετο εν κρυπτώ από τον Υπουργό Οικονομικών που θα έθετε προς έγκριση στο Υπουργικό την απόφασή του!

Παρά την προφανή αντισυνταγματικότητα, δεν υπήρξε Αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα αφού ακυρώθηκε με Πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου πολεμήθηκε μέχρι και το Εφετείο που τελεσίδικα πλέον διακήρυξε την προφανή αντισυνταγματικότητα. Τούτο όμως επιτεύχθηκε μετά από πέντε χρόνια εφαρμογής του αντισυνταγματικού αυτού διορισμού(!) χωρίς ποτέ έστω και μετά την τελική κρίση να υπάρξει η όποια απολογία από το κράτος και πιο ειδικά του «εμπνευστή» της παρανομίας για το ότι επισυνέβηκε. Καμία έρευνα γιατί υπήρξε αυτή η προφανής παράνομη διαδικασία και ποία ήσαν τα διενεργηθέντα επί πενταετία, ενδεχομένως προς αλλότριο μη νόμιμο σκοπό.

Συνυπεύθυνοι η Eκτελεστική και η Νομοθετική εξουσία φρόντισαν να παραμείνουν σιωπηλοί. Το πιο εκπληκτικό είναι ότι όσοι εξαγγέλλουν με στήριξη κομμάτων αλλαγή και/ή συνέχιση της ίδιας πολιτικής, έχουν εν πολλοίς, συντελέσει στη διαπιστωμένη αυτή Δικαστικά, διαπλοκή συμφερόντων που προφανώς δεν ήταν μόνο μια απλή μορφή παρανομίας!

*Πρώην Βουλευτής – Δικηγόρος