Μακάρι να μην επαληθευτούν και φέτος τα λόγια αυτά του Μανώλη Ρασούλη, που τόσο ωραία ερμήνευσε στον Υδροχόο του ο Νίκος Παπάζογλου. Αυτή είναι η ευχή μου για την Κύπρο στη νέα χρονιά που πλέον ξημέρωσε, αλλά όσο κι αν προσπαθώ από τη φύση μου να βλέπω τα πράγματα από την πιο φωτεινή τους πλευρά, μέσα μου ξέρω ότι δεν θα ευοδωθεί.
Καλωσορίζουμε το 2023 με μια εκλογική αναμέτρηση που, από όσα έχουμε ακούσει μέχρι στιγμής από εκείνους που εμφανίζονται ότι προπορεύονται, δεν σε πείθει ότι κάτι θα αλλάξει. Και, για να είμαι δίκαιος, αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τους υποψηφίους, αλλά πρωτίστως από τον κόσμο. Εάν η κοινωνία, στη μεγάλη πλειοψηφία της, δεν θέλει να αλλάξουν πράγματα ριζικά, όλα τα ίδια θα μείνουν.
Για να αφυπνιστεί η κοινωνία, χρειάζεται ηγετικές φυσιογνωμίες που θα την εμπνεύσουν και θα τη συνεπάρουν. Βλέπετε εσείς καμιά τέτοια; Τουλάχιστον στην εμπροσθοφυλακή του πολιτικού μας συστήματος; Ειλικρινά τώρα;
Ας το αφήσουμε εδώ! Με το ερωτηματικό να αιωρείται. Ώσπου να έρθει η στιγμή της πραγματικής ωρίμανσης.
Μια τέτοια στιγμή, από την άλλη, μοιάζει να έχει φτάσει πλέον, όσον αφορά στο πάγιο αίτημα της Ελλάδος για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στον τόπο τους. Πιο συγκεκριμένα στο Μουσείο της Ακρόπολης και σε άμεση οπτική επαφή με το Μνημείο.
Πριν από περίπου 26 χρόνια ο Ευάγγελος Βενιζέλος, είχε τη δυνατότητα εξ ονόματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στη Γενική Συνέλευση της UNESCO, σε πάμπολλες συνομιλίες με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και απευθείας με τη διοίκηση του Βρετανικού Μουσείου, να υποστηρίξει σαφώς ότι είναι προφανές πως η Ελληνική Δημοκρατία δεν αναγνωρίζει σε κανένα κράτος και σε καμία νομική οντότητα, όπως το Βρετανικό Μουσείο, δικαιώματα και νόμιμους τίτλους επί των βίαια και παράνομα αποσπασμένων γλυπτών του Παρθενώνα.
Το πλαίσιο που διατυπώθηκε το 1997, γράφει σε άρθρο του στο Βήμα, έχει πλέον πολλούς υποστηρικτές. Ενδιαφέρον έχει η άποψή του, τώρα που οι Βρετανοί συζητούν για πρώτη φορά σε επίπεδο που δίνει τη δυνατότητα στην ελληνική πλευρά να διεκδικήσει με αξιώσεις πλέον το πάγιο αίτημά της, ότι:
«Το ζήτημα δεν είναι άλλωστε πρωτίστως νομικό αλλά ιστορικό και πολιτισμικό. Η ένωση των γλυπτών στο Μουσείο της Ακρόπολης και σε άμεση οπτική επαφή με το Μνημείο είναι ζήτημα κοινής ιστορικής και πολιτιστικής ευαισθησίας για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελλάδα. Δύο χώρες με στενούς και διαρκείς δεσμούς που ανάγονται στις δύο μεγάλες πρόσφατες επετείους, αυτή των διακοσίων ετών από την έναρξη της Επανάστασης της Ανεξαρτησίας και αυτή των εκατό ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή».
Και επί της ουσίας πια, ήδη από το 1997 ο Βενιζέλος διατύπωσε σαφώς τη θέση ότι η Ελληνική Δημοκρατία πρέπει να δηλώσει τη βούλησή της να τιμήσει τη βρετανική απόφαση για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στον τόπο τους, «αναγορεύοντας την ενιαία έκθεση τους στο Μουσείο της Ακρόπολης ως έκθεση που συνυπογράφει το Βρετανικό Μουσείο, όχι ως «ιδιοκτήτης» ή «δανειστής» αλλά ως «σταθμός» στην επώδυνη διαδρομή που ακολούθησαν τα γλυπτά μέχρι την επιστροφή τους που συντελείται ως πράξη σεβασμού της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.»
Πρόκειται για μία καθαρή, πολιτική τοποθέτηση που, πέρα από τις αγκυλώσεις εκείνων που αρέσκονται να ανακαλύπτουν θεματάκια και υποσημείωσης για να μη λυθεί ένα πρόβλημα, προτείνει συγκεκριμένη, ενισχυτική προσέγγιση: «Κατά την ίδια λογική η Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να είναι πρόθυμη και έτοιμη να συνδιοργανώνει με το Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, στις σημερινές αίθουσες των Μαρμάρων, περιοδικές εκθέσεις σημαντικών ελληνικών αρχαιοτήτων.»
Εν κατακλείδι: «Όλα μπορούν να γίνουν με έναν κοινό παρονομαστή ύφους που αρμόζει και στις ελληνικές και στις βρετανικές ευαισθησίες με αποτέλεσμα την επιστροφή και την ένωση των Μαρμάρων. Οι δύο αυτές κινήσεις μπορούν να επιταχύνουν την επιθυμητή εξέλιξη.» –
(*)Το δεύτερο σκέλος της στήλης, για την πιθανή πλέον επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα, αποτελεί ένα Υστερόγραφο στο πρώτο, ότι με εμπνευσμένους ανθρώπους και πολιτικές, και σε καμία περίπτωση αδιάλλακτους, μπορεί κάποια πράγματα έστω να αλλάξουν – να μη μένουν ίδια!