Πρόκειται για τη ραχοκοκαλιά της εσωτερικής ασφάλειας ενός κράτους και των πολιτών του. Δυο θεσμοί που αλληλοσυμπληρώνονται για την πρόληψη και τη καταστολή κάθε μορφής παρανομίας.

Η αστυνομία έχει αποστολή την πρόληψη και τη δίωξη του εγκλήματος και οι φυλακές την κράτηση των παρανομούντων εν ασφαλεία με σκοπό τη συμμόρφωσή τους αλλά και την αποτροπή. Στις φυλακές δεν βρίσκονται μόνο «μαρίδες» της παρανομίας αλλά και «νονοί» του εγκλήματος. Αυτοί οι δεύτεροι ενδιαφέρουν έντονα και μόνιμα την αστυνομία γιατί και πολλά γνωρίζουν και πολλά πράττουν ακόμα και μέσα από τις φυλακές. Δεν είναι μυστικό ότι πολλά εγκλήματα οργανώνονται και σχεδιάζονται μέσα στις φυλακές και εκτελούνται έξω στην κοινωνία.

Είναι συνεπώς προφανές, ότι αυτή η κατηγορία των κρατουμένων ενδιαφέρει μονίμως και έντονα τις αστυνομικές αρχές, οι οποίες επιδιώκουν με διάφορους τρόπους να έχουν επαφές με τους ευρισκόμενους στις φυλακές «νονούς…» και εδώ υπάρχει το πρόβλημα. Και, μάλιστα, πολύ σοβαρό για θεσμούς τόσο σημαντικούς για την εσωτερική ασφάλεια.

Προφανώς, η επιδιωκόμενη επαφή αστυνομίας και κρατουμένων νονών εξαρτάται από τη διεύθυνση των φυλακών ή/και από τη σχέση αστυνομίας-διεύθυνσης φυλακών. Τα τελευταία χρόνια οι διευθυντές των φυλακών προερχόντουσαν από την αστυνομία.

Όμως, αυτό δεν ήταν η λύση του προβλήματος, αν θυμηθούμε την περίπτωση του ισοβίτη που διέμενε σε ιδιωτικό νοσοκομείο. Έβγαινε το βράδυ για τις δικές του δουλειές, ενώ η αστυνομία σημείωνε επιτυχίες στη δίωξη των ναρκωτικών. Ο διευθυντής τότε, προερχόμενος από το αστυνομικό σώμα, την πλήρωσε με φυλάκιση και ο θεσμοί με καταρράκωση. Σημειώνω ότι ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης δεν είχε ιδέα για τα τεκταινόμενα και υπέβαλε, μάλιστα, την παραίτησή του. Η περίπτωση αυτή είναι το ένα ακραίο σενάριο της σχέσης αστυνομίας-φυλακών.

Το έτερον ακραίο σενάριο είναι αυτό που ζούμε ακόμα και που επίσης έχει καταρρακώσει το κύρος των δύο θεσμών: Οφείλεται κατά τη γνώμη μου στην αδυναμία συνεργασίας που οδήγησε σε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνην του πρώτου ακραίου σεναρίου με τη διαφορά ότι τότε είχαμε παραιτήσεις Υπουργού-Αρχηγού και φυλάκιση του διευθυντή Φυλακών, ενώ τώρα φαίνεται ότι τα πράγματα ακολουθούν διαφορετικό δρόμο. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν στη δεύτερη περίπτωση η Υπουργός ήταν εν γνώσει.

Αν δεν εγνώριζε και όλα έγιναν εν τη αγνοία της πιστεύω ότι η πιο αξιοπρεπής στάση θα ήταν η παραίτησή της. Αν πάλι γνώριζε, τότε πολύ κακώς χειρίστηκε την κατάσταση και φέρει σοβαρή ευθύνη.

Ο ρόλος του Υπουργού σε τέτοιες περιπτώσεις διαφοράς θεσμών υπό την πολιτική του ευθύνη, είναι εκ των ων ουκ άνευ για την εύρυθμη λειτουργία τους, είτε στη βάση της υφιστάμενης νομοθεσίας και του συντάγματος είτε της προσωπικής του «σοφίας».

Ο Υπουργός είναι πολιτικός προϊστάμενος και πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει ο όρος αυτός. Ιδιαίτερα ο Υπουργός Δικαιοσύνης στο Υπουργείο του οποίου υπάγεται ο Αρχηγός αστυνομίας ο οποίος έχει συνταγματικές αρμοδιότητες, τις οποίες δεν πρέπει ο Υπουργός να παραβιάζει.

Η δε σχέση αστυνομίας-Φυλακών δεν μπορεί να είναι σχέση δυο ανεξάρτητων φέουδων. Εδώ είναι ο λεπτός αλλά τόσο σημαντικός ρόλος του Υπουργού της Δικαιοσύνης.

*Πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης