Κατά την ορθόδοξη πατερική θεολογία, το θείο θέλημα είναι καταχωρημένο στην Αγία Γραφή και τυγχάνει ερμηνείας από τους θεοφόρους πατέρες. Ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός στον τρίτο τόμο της Φιλοκαλίας τονίζει: «Όσα τω Θεώ πρέπουσιν διδάσκει η Αγία Βίβλος τον άνθρωπον, ίνα θέσει θεός ούτος γένηται». Δηλαδή, όσα πρέπει να ξέρει ο άνθρωπος για τον Θεό και το τι θέλει ο άνθρωπος από τον Θεό είναι καταγεγραμμένα στην Αγία Γραφή, ώστε ο άνθρωπος, γνωρίζοντας το θείο θέλημα και πράττοντάς το, να γίνεται θέσει και ενεργεία θεός, δηλαδή άγιος. 

Ο Μέγας Βασίλειος στον περίφημο λόγο του που επιγράφεται «Εις την αρχήν των παροιμιών», μας πληροφορεί πως η Αγία Γραφή παραθέτει το θείο θέλημα, το οποίο στόχο έχει να απαλλάξει τον άνθρωπο από τα άλογα, παράλογα δηλαδή, πάθη. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η Βίβλος διδάσκουσα τα περί της αληθούς δικαιοσύνης, ρύεται τον άνθρωπον των παθών της αλογίας». Όταν ο άνθρωπος κάνει βίωμά του το θείο θέλημα, τότε ενοικείται, κατέχεται από τον φόβο του Θεού,  τον σεβασμό δηλαδή προς το πρόσωπό Του. Συνέπεια ακριβώς αυτού του σεβασμού είναι η καθαρότητα της ψυχής, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο φόβος του Θεού  καθηλώνει τα μέλη του σώματος «προς το μη κινηθήναι προς ατόπους ενεργείας». Γράφει ακόμη ο ιερός πατήρ: «Όπου κατοικεί ο φόβος του Θεού, εκεί εγκαθιδρύεται κάθε καθαρότητα της ψυχής».

Εξάλλου, από τη δική του πλευρά ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, υπογραμμίζει «ει και εν γράμμασιν κείνται τα θεία και παρά πάντων αναγιγνώσκονται, εκείνους μόνον αποκαλύπτονται τοις θερμώς μετανοησασι». Δηλαδή, αν και το θείο θέλημα είναι καταγεγραμμένο και όλοι μπορούν να το διαβάσουν, ωστόσο το κατανοούν μόνο εκείνοι που βιώνουν τη μετάνοια. Σε μια τέτοια περίπτωση κατά τον μεγάλο αυτό πατέρα της Εκκλησίας μας, «ουδέν ούτως απάντων των άλλων ωφελιμότερο ως η των θείων γραφών έρευνα». Τίποτα δεν είναι πιο ωφέλιμο όπως η μελέτη και η γνώση των  γραφών. Συνεχίζοντας δε ο Ιερός Πατήρ παρατηρεί: «Στην Αγία Γραφή και στη μελέτή της ενυπάρχει η χάρις του Παναγίου Πνεύματος, η οποία πληροί ηδονής την νοεράν αίσθηση και απεργάζεται ταύτην αγγελοειδή». Δηλαδή, η χάρη του Αγίου Πνεύματος γεμίζει με πνευματική ηδονή τον νουν του ανθρώπου και τον καθιστά αγγελοειδή.

Όσοι δεν ζουν μέσα στο πνεύμα της μετάνοιας και της αυτομεμψίας, αλλά έχουν το πνεύμα της έπαρσης και της πνευματικής αυτάρκειας δεν μπορούν να καταλάβουν και να εννοήσουν σωστά, το θείο θέλημα. «Πολλοί αναγινώσκουσιν τα θείας Γραφάς, ολίγοι δε των αναγιγνωσκομένων τη δύναμη και την έννοια ορθώς ειδέναι δύνανται». Δηλαδή, πολλοί διαβάζουν τις Γραφές, λίγοι όμως είναι αυτοί που καταλαβαίνουν το αληθινό νόημα του θείου θελήματος.

Οι θεοφόροι Πατέρες τονίζουν πως υπάρχουν δυο είδη γνώσεις του θείου θελήματος. Η τυπική, καθαρά γνωσιολογική, και η δεύτερη, η ουσιαστική, υπαρξιακή γνώση. Το πρώτο είδος γνώσης του θείου θελήματος δεν έχει σωτηριολογικές προεκτάσεις και δεν βοηθά ουσιαστικά τον άνθρωπο. Μην ξεχνούμε άλλωστε πως άριστος κάτοχος της γνώσης του θείου θελήματος είναι και ο διάβολος, ο οποίος όμως, εξαιτίας της έπαρσής του δεν ωφελείται καθόλου από το θείο θέλημα, το οποίο και περιφρονεί και αντιστρατεύεται. Το ίδιο ισχύει και για τον κάθε άνθρωπο που το πλησιάζει γνωσιολογικά χωρίς καμιά πρόθεση να το ενστερνιστεί. Θα σημειώσει για αυτό ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής στον δεύτερο τόμο της Φιλοκαλίας: « Η άνευ πάθους γνώσις των θείων ου καταπείθει εις τέλος τον νουν, περιφρονεί των προσύλων». Δηλαδή, αυτός που μελέτα το θείο θέλημα χωρίς να έχει το πάθος και τη φλόγα να το εφαρμόσει στο τέλος, δεν μπορεί να πείσει τον νου να περιφρονεί τα χαμαίζηλα πάθη.  Συνεχίζοντας μάλιστα αναφέρει: «Γι’ αυτό θα βρεις πολλούς που γνωρίζουν το θείο θέλημα και όμως κυλιούνται στα πάθη, όπως οι χοίροι στα βόρβορα».

Τώρα, ουσιαστική υπαρξιακή γνώση του θείου θελήματος κατά τους θεοφόρους Πατέρες έχει μόνο ο άνθρωπος που έχει πεθάνει ως προς τις ηδονές του κόσμου τούτου και την προσκόλληση στα γήινα και εμπαθή και ακόμα έχει επίσης νεκρώσει το ίδιον θέλημα, δηλαδή με δυο λόγια, έχει την αρετή της ταπείνωσης. Θα επισημάνει για αυτό ο Άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «ο θέλων μαθείν το θείο θέλημα, οφείλει αποθανείν από παντός του κόσμου και του οικείου αυτού θελήματος εν πάσι».

Ο λόγος αυτός του Αγίου Πέτρου του Δαμασκηνού βρίσκει πλήρη απήχηση στους Πατέρες και τους Αγίους της Εκκλησίας μας. Μέσα σε αυτό το πνεύμα κινούμενος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα τονίσει: «οι θεοφόροι Πατέρες το θείο θέλημα που ενυπάρχει στον Λόγο του Θεού, το παρουσιάζουν στα συγγράμματά τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνεται προσιτό σε όλους, και σε αυτούς ακόμα τους πνευματικά ατελείς».