Στο ερώτημα αυτό, η μεγάλη Ελληνίδα ποιήτρια δίνει την ακόλουθη απάντηση που, αν διαβαστεί με καθαρή καρδιά και ανόθευτη άποψη για τα «τρεχούμενα» της εποχής μας, μπορεί να αλλάξει σκέψεις και να επηρεάσει αποφάσεις:
«Ίσως επειδή δεν υπάρχουν ιδιοκτήτες ονείρων που να τα φροντίζουν και να τα συντηρούν. Περιφερόμενοι άστεγοι τα κατοικούν, συχνά πολλοί μαζί στο ίδιο όνειρο ετοιμόρροπη κατάσταση. Αφήνω που τα περισσότερα όνειρα είναι χτισμένα επάνω σε μπαζωμένα ρέματα. Έναν μικρό σεισμό να κάνει ο ύπνος, και ένας ισχυρός να προκληθεί από το ρήγμα της αφύπνισης, σωριάστηκαν».
Κι εκεί, λοιπόν, που άρχισα να περπατώ σε δρόμους που είχα ξεχάσει, σκοντάφτω επάνω στα κιτρινισμένα φύλλα ενός μικρού βιβλίου που τ’ αγόρασα στα 20 μου από την Πρωτοπορία, γιατί με τσίμπησαν τα «Άνθη του Κακού» του Μποντλαίρ. Πέρασαν χρόνια ώσπου να ανακαλύψω ότι ο Γάλλος συγγραφέας είχε και μικρό όνομα: Σαρλ. Τους δύο πρώτους στίχους, τους έμαθα απ έξω και τους αποστήθισα. Όταν αρχίσουν να μου φεύγουν κάποιες λέξεις, θα χαρώ που το μυαλό μου άντεξε ως εδώ, και θα συμφιλιωθώ με τον νέο κόσμο. Λιγότερο πολύπλοκο:
«Η ανοησία, τ’ αμάρτημα, η απληστία κ’ η πλάνη
Κυριεύουνε τη σκέψη μας και φθείρουν το κορμί μας·
Κι ευχάριστα τις τύψεις μας θρέφουμε στην ψυχή μας,
Καθώς που θρέφουν πάνω τους τις ψείρες οι ζητάνοι.
Στα μετανοιώματα άναντροι κι αμαρτωλοί ως την άκρια,
Ζητάμε πληρωμή ακριβή για κάθε μυστικό μας
Και ξαναμπαίνουμε εύκολα στο βούρκο τον παλιό μας,
Θαρρώντας πως ξεπλένεται με τα δειλά μας δάκρυα».
Είχα χθες τη κουβέντα της πατρίδας μ’ έναν φίλο που υπόσχεται να τη σώσει. Αντιστάθηκα στις ατάκες του με επώδυνη σιωπή, και έκανα ερωτήσεις από τις οποίες δεν πρόσμενα κάτι που θα κάμει τη βαριά ψυχή μου να πάρει μπρος. Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας» του, ο μέγας Πορτογάλος Φερνάντο Πεσόα έρχεται και μας προτρέπει «… Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα – όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας, με αυτό που κατεξοχήν ονομάζουμε καθαριότητα».
Ο Πεσόα, πολιτευτάκια, γεννήθηκε σε καιρούς που η πλειοψηφία των νέων είχανε χάσει την πίστη του στον Θεό, για τον ίδιο λόγο που οι μεγαλύτεροί μας την είχαν διατηρήσει – χωρίς να ξέρουν γιατί. «Και τότε, επειδή το ανθρώπινο πνεύμα κλίνει από τη φύση του προς την εξέταση του γιατί αισθάνεται, αντί του γιατί σκέφτεται, η πλειοψηφία αυτή των νέων διάλεξε την Ανθρωπότητα σαν έναν νέο ερζάτς Θεό.».
Ο μέγας Πορτογάλος όμως, ανήκε, λέει, σε εκείνην την κατηγορία των ανθρώπων που στέκουν πάντα στο περιθώριο αυτού στο οποίο συμμετέχουν, χωρίς να βλέπουν μόνο το πλήθος του οποίου αποτελούν τμήμα, «αλλά και τους μεγάλους κενούς χώρους που μένουν στο πλάι».
Κάνω βόλτες με τον Αλκαίο και τον Βαρβέρη στο Ζάππειο, Απομαγνητοφωνώ τις μέλισσες του Γιάννη γιατί, όπως έλεγε, «μόνο από αυτές έρχονται οι συνταρακτικές ειδήσεις» που πουλάς στον κόσμο, δημοσιογράφε!
«Έκπτωτες, πρώτον, οι βασίλισσες, δεν έχουν λόγο» – είχε τελειώσει και η κηδεία του Κωνσταντίνου.
«Σε μια εποχή φεμινισμού, είπαν οι εργάτριες
είναι τελείως κηφήνες οι κηφήνες
δεν έχει πια για αυτούς καρύδια με μέλι
τέρμα οι έρωτες
στοιχειώδες σιτηρέσιο
ίσα – ίσα για την τεχνητή γονιμοποίηση
μέσω διαδικτύου.
Κανείς μελισσουργός δεν έχει αντίρρηση
Να δούμε μόνο
Τι μέλι θα προκύψει απ’ όλ’ αυτά».
Και στο επίμετρο ο Άλκης:
«Αυτοί που φύγανε να με καλούν σε πάρτι
Κι αυτοί που ζούνε να μου λείπουν πιο πολύ».
ΥΓ: Όλα αυτά είναι τωρινά. Και συμβαίνουν με πρόσχημα την προεκλογική δέσμευση του καθενός για «ένα καλύτερο αύριο», πανάθεμά σας!