Ο τελευταίος μήνας των εκλογών αποδεικνύεται διαχρονικά ο πιο κρίσιμος και δικαιολογημένα. Σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων κάνει την τελική επιλογή του, υποψήφιοι και επιτελεία προσθέτουν τις τελευταίες πινελιές στη στρατηγική τους και το ευρύτερο δημοσιογραφικό περιβάλλον επικεντρώνεται ολημερίς στα διακυβεύματα του προεκλογικού. 

Πέραν των ουρανοκατέβατων υποψηφίων, έξι είναι τα πρόσωπα του δημοκρατικού τόξου που εισέρχονται με αξιώσεις -έστω και διαφορετικών μεγεθών- στο τελευταίο μίλι του προεκλογικού. Μεταξύ των τριών επικρατέστερων, οι υπόλοιποι τρεις δίνουν τη δική τους μάχη να πείσουν, κυρίως τα κομματικά ανέντακτα ακροατήρια του εκλογικού κοινού. 

Με όχημα το ενιαίο κράτος, ο Γ. Κολοκασίδης επιχειρεί να συσπειρώσει ένα κοινό που εντοπίζεται από τον ενδιάμεσο μέχρι και την ακροδεξιά. Οι σκληρές θέσεις του σε Κυπριακό και μεταναστευτικό, η υιοθέτηση λαϊκίστικης ατζέντας στα θέματα διαφθοράς και η έντονη παρουσία της ελληνικής σημαίας στις δημόσιες εμφανίσεις του, επιχειρούν να γεφυρώσουν έναν χώρο που έχει σημεία αναφοράς στην ΕΔΕΚ (στην μετά-Σιζόπουλου εποχή) και στην κανονικοποιημένη εκδοχή του ΕΛΑΜ. Στον δεύτερο γύρο, στην περίπτωση που δεν επιλέξει την ψήφο κατά συνείδηση, θα στηρίξει τον Ν. Χριστοδουλίδη. 

Για τα κυπριακά δεδομένα, η μεταρρυθμιστική ατζέντα του Κ. Χριστοφίδη φαίνεται καλά ζυγισμένη και απότοκο μιας ενδελεχούς διαδικασίας έρευνας και ανάλυσης. Με ένα ακαδημαϊκό προφίλ που υπό κανονικές συνθήκες θα είχε πέραση σε ένα εκλογικό κοινό ανώτατης εκπαίδευσης, μεσαίων και υψηλών εισοδημάτων, ο ίδιος επέλεξε να υιοθετήσει καταγγελτική ρητορική και να ακολουθήσει τον αντισυστημικό δρόμο, μία προσέγγιση που δεν ταίριαζε με το προφίλ του ιδίου και τον αποξένωσε από την εκλογική βάση που στόχευε να προσεγγίσει. Αντί να επικεντρωθεί στο ξεδίπλωμα και στην προώθηση των μεταρρυθμιστικών του προτάσεων, ο υποψήφιος και το επιτελείο του εστίασαν σε φαρμακερές ατάκες στο Twitter, τσουβαλιάζοντας συχνά πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα, ισοπεδώνοντας όλες και όλους ως ντε φάκτο μέρος του προβλήματος. Στον δεύτερο γύρο, θα στηρίξει εκείνον που θα βρεθεί απέναντι στον Ν. Χριστοδουλίδη. 

Χωρίς τη στήριξη κοινοβουλευτικής δύναμης, ο Αχ. Δημητριάδης πλασάρεται σε πολλές δημοσκοπήσεις στην τέταρτη θέση με υπολογίσιμο ποσοστό, κάτι αξιοσημείωτο. Η υποψηφιότητά του πέτυχε να διχάσει ένα μεγάλο κομμάτι του προοδευτικού κόσμου, που ακροβατούσε (και εξακολουθεί σ’ έναν βαθμό) μεταξύ αυτού και του Α. Μαυρογιάννη. Οι δηλώσεις του για παρουσία στην πολιτική ζωή την επόμενη ημέρα, αποδεικνύει πως η προεδρική του υποψηφιότητα αποτελεί το εισαγωγικό κεφάλαιο της πολιτικής του παρουσίας, αρχής γενομένης από τις ευρωεκλογές, το 2024. Στον δεύτερο γύρο, θα στηρίξει εκείνον που θα βρεθεί απέναντι στον Ν. Χριστοδουλίδη. 

Εκεί που ο υποψήφιος χάνει το έρεισμά του, είναι όταν υιοθετεί μια ηττοπαθή και ετεροαναφορική ατζέντα. Στην απόπειρά του να απαξιώσει τη στρατηγική της χαμένης ψήφου, ο ίδιος αφιερώνει υπερβολικό χρόνο στο να απαντά για το τι θα πράξει στον δεύτερο γύρο ή στο να αναλύει τους συσχετισμούς που θα προκύψουν την επόμενη ημέρα. Παρομοίως, ο υποψήφιος σύρθηκε στην κίνηση συνεργασίας των 4, που τελικά οι δύο έθεσαν εαυτούς εκτός κούρσας, με τον έναν από τους δύο να διατελεί και εκπρόσωπος του μητροπολίτη Μόρφου στις αρχιεπισκοπικές εκλογές. Αλλά και σήμερα, ο ίδιος συνεχίζει να μιλά για έναν μεγάλο συνασπισμό (στην ουσία του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, που ουδέποτε πρόκειται να γίνει), εξαϋλώνοντας το συγκρουσιακό αλλά ήπιο, αντισυστημικό του προφίλ. 

Με εξαίρεση την αξιοσημείωτη πορεία του κ. Δημητριάδη που δείχνει να κρατά δυνάμεις παρά το πολωμένο κλίμα, οι υπόλοιποι δύο αναγνωρίσιμοι υποψήφιοι του δημοκρατικού τόξου θα περιοριστούν σε ποσοστά του 1-2%. Κάτι που επιβεβαιώνει, πως παρότι η πειθαρχία των κομματικών «μαντριών» έχει φθίνει, όσοι φεύγουν απ’ αυτά δεν πορεύονται στον δρόμο των ανεξάρτητων, αλλά μάλλον μεταναστεύουν σε άλλα. 

*Διεθνολόγος, Πολιτικογράφος