«Γεια σου παλιόφιλε, σκοτάδι, ήρθα να τα πούμε πάλι…». Κάπως έτσι θα μετάφραζα τις πρώτες δύο στροφές αυτού του τεράστιου μουσικού ύμνου των Simon & Garfunkel, «The Sound of Silence». Αγγλιστί: «Hello darkness my old friend, I’ve come to talk with you again…». Το αγαπώ, το λατρεύω, όπως σχεδόν όλα τα κομμάτια του folk rock συγκροτήματος που θριάμβευσε κυρίως στη δεκαετία του ’60 αλλά ο χρόνος δεν ακούμπησε τα τραγούδια τους, πόσο μάλλον αυτό το ατμοσφαιρικό ποίημα που πολλοί αναπαρήγαγαν με μικρή επιτυχία. Η αιθέρια φωνή του Πολ Σάιμον, που έγραψε και τους στίχους, μοιάζει με υπερβατικό αντίλαλο που υπερβαίνει τον χρόνο.
Η σιωπή λοιπόν. Η ησυχία. Στα νιάτα μου την αναζήτησα. Πειραματίστηκα με τον διαλογισμό, διάβασα βουδισμό, πήγα σε μοναστήρια, δοκίμασα τις εκατό μεθόδους του Osho. Θα «ήσαν μια κάποια λύσις», που λέει κι ο Καβάφης. Μα αλί, ο καλπασμός της σκέψης που σαν αφηνιασμένο άλογο οργώνει το κάθε κύτταρο του εγκεφάλου, δεν μ’ άφησε να φτάσω στην πολυπόθητη φώτιση.
Σε συλλογικό επίπεδο, ως μεσογειακός λαός, δεν φημιζόμαστε για την απουσία ήχου, για να το θέσω ευγενικά. Θορυβώδεις, φλύαροι, λέμε πολλά για να πούμε τίποτα. Κάθε δουλειά έχει (τουλάχιστον) ένα «πρήχτη» που θα σε διακόψει για να σου πει μια «ουάου» ιστορία που αψηφά τους νόμους της φύσης. Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις υπάρχει πάντα αυτός ο συγγενής που όλοι προσπαθούμε να αποφύγουν γιατί θα αραδιάσει τα best of που ξανακούσαμε στα προηγούμενα δέκα πάρτι. Και κάθε ουρά έχει στάνταρ ένα αργόσχολο μεσήλικα που για κάποια διαολεμένη σύμπτωση είναι πάντα μπροστά ή πίσω σου και η γλωσσοδιάρροιά του είναι ικανή να σε ρίξει στα σκληρά ναρκωτικά.
Στον εύπεπτο και ταχύ κόσμο μας, ίσως αυτοί να έχουν προβάδισμα. Προσμετρώ τα αλεστήρια των κοινωνικών δικτύων, των sound bites στα Tik-Tok, το tweet που σε αναγκάζει να πεις πολλά μέσα σε λίγους χαρακτήρες. Όλοι κάτι έχουμε να καταθέσουμε και θεωρούμε τη δική μας φωνή σημαντική, τόσο που να κρέμεται η ανθρωπότητα από τα χείλη μας. Υπάρχει λύση για όλη αυτή τη βαβούρα που μας τσαλακώνει ως άτομα και ως ομάδες;
Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Time βγήκε με τον τίτλο «Zip it! The power of saying less» (Βούλωσέ το! Η δύναμη του να μιλάς λιγότερο) με ένα άρθρο του πρώην πολυλογά και πλέον θεραπευμένου Νταν Λάιονς, ο οποίος κινδύνεψε να χάσει τη δουλειά και τον γάμου του επειδή… δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη φλυαρία του. Το εξαιρετικό editorial λέει και κάτι άλλο. Πως πολλοί από τους πιο επιτυχημένους ανθρώπους κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Αντί να επιδιώκουν την προσοχή, συγκρατούνται. Και όταν μιλούν, είναι προσεκτικοί με το τι λένε, παραθέτοντας και επώνυμα παραδείγματα, καλό είναι να το αναζητήσετε.
Λέει επίσης πως υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως το talkaholism, o εθισμός στην ομιλία δηλαδή, που όμως δύσκολα θεραπεύεται. Ο αρθρογράφος, πάντως, βρήκε λύσεις σε ειδικούς, σε ψυχολόγους, σε εξόδους απομόνωσης και ησυχίας, σε αυτό-παρατήρηση και αυτοέλεγχο. Έθεσε τα δικά του όρια, μέχρι που τα κατάφερε να κατακτήσει και να αγκαλιάσει τη σιωπή.
Ο Πολ Σάιμον λέει και κάτι άλλο στο προαναφερόμενο άσμα του. «Άνθρωποι που συζητούν χωρίς να μιλούν, άνθρωποι που ακούν χωρίς να δίνουν προσοχή» («People talking without speaking, people hearing without listening»). Τελικά αυτοί είμαστε. Οι γενιές του ντελίβερι και του μιλάω πάνω στη φωνή σου. Που λέμε πολλά χωρίς να λέμε τίποτα, αφήνοντας τη ζωή να μας προσπερνάει. Το τραγικό είναι πως δεν το αναγνωρίζουμε για να αναζητήσουμε θεραπεία. Μήπως να το κοιτάξουμε;
Ελεύθερα 29.1.2023