Γιατί οι εκθέσεις του ΓΓ του ΟΗΕ ολοένα και χειροτερεύουν για την Ελληνοκυπριακή πλευρά;

 

Με την πάροδο του χρόνου οι εκθέσεις για το κυπριακό που εκδίδει κάθε έξι μήνες ο Γ.Γ. των Η.Ε., χειροτερεύουν για την Ε/Κ πλευρά. Είναι ξεκάθαρο, ότι τα τελευταία χρόνια τείνει να κρατά ίσες αποστάσεις και να επιρρίπτει την ευθύνη για το αδιέξοδο και στις δύο πλευρές. Αυτή του η στάση είναι φυσικό να προκαλεί αντιδράσεις διαφόρων εντάσεων στην Ε/Κ πολιτική ηγεσία. Όσο άδικη και αν μας φαίνεται αυτή η στάση της ηγεσίας του διεθνούς οργανισμού, πρέπει να ερμηνευτεί.

Στη μακρόχρονη διεθνοποίηση του εθνικού μας προβλήματος διαπράξαμε και αδικαιολόγητα λάθη. Εδώ θα αναφερθούν οι πιο χτυπητές περιπτώσεις.

O Μακάριος για σχεδόν τριάντα χρόνια που βρισκόταν στη ηγεσία των Ε/Κ επέζησε ενός πολύ μεγάλου αριθμού Ελλήνων πρωθυπουργών και κυβερνήσεων. Με κανένα πρωθυπουργό και με καμιά κυβέρνηση δεν κατάφερε να αναπτύξει γνήσιες  και ειλικρινείς σχέσεις. Αντίθετα, με όλους τους πρωθυπουργούς και με όλες τις κυβερνήσεις αναπτυσσόταν καχυποψία και υπόσκαψη. Αυτό μας οδηγεί σε ένα αβίαστο συμπέρασμα: Αφού όντως, κανένας από τους πολλούς Έλληνες πρωθυπουργούς δεν πείστηκε για την ειλικρίνεια και την αξιοπιστία του μπορεί να υπολογίσουμε πόσο πιο υποβαθμισμένη ήταν η αξιοπιστία του στα μάτια των άλλων ηγετών.

Μετά την τουρκική εισβολή η θέση της Ε/Κ πλευράς ήταν πολύ εξασθενημένη. Το κύριο μας όπλο ήταν η διεθνοποίηση. Αντί να αξιοποιήσουμε το διεθνές ενδιαφέρον όταν ήταν ζεστό το θέμα μας αμέσως μετά την εισβολή και να επιδιώξουμε την επίτευξη ενός εθνικά υποφερτού συμβιβασμού υιοθετήσαμε τον μακροχρόνιο αγώνα, ελπίζοντας σε πιο μαξιμαλιστικά αποτελέσματα. Ο μακροχρόνιος οφθαλμοφανώς εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Τουρκίας. Μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικών τους σχεδίων με τη δεύτερη φάση της εισβολής, οι Τούρκοι αναζητούσαν πίστωση χρόνου για να εδραιώνουν τα τετελεσμένα.

 Ο μακροχρόνιος θα είχε νόημα αν υπήρχε η προοπτική στο μέλλον να ανατρέψουμε το στρατιωτικό συσχετισμό υπέρ μας. Αυτή η προοπτική δεν υπήρχε. Γι’ αυτό και σωστά όλες οι πολιτικές δυνάμεις (ακόμα και αυτές που πλειοδοτούν σε ρητορικό πατριωτικό) υιοθέτησαν την μέθοδο των ειρηνικών συνομιλιών για τη λύση του προβλήματος. Δηλαδή με τη διεθνοποίηση.

Μετά τον Μακάριο ακολούθησε (για 10 1/2 χρόνια) η προεδρία Σπ. Κυπριανού κατά τη διάρκεια της οποίας απορρίφθηκε το Αμερικανοβρετανοκαναδικό Σχέδιο και μια σειρά από προτάσεις και σχέδια που προωθούσε για δέκα χρόνια ο τότε ο  Γ.Γ. των Η.Ε. Πέρεζ Ντε Κουεγιάρ. Μάλιστα, ένα από εκείνα τα σχέδια που έφερε τον τίτλο «Ημερήσια διάταξη» ενώ το αποδέχθηκε και το επαίνεσε τον Δεκέμβριο τον 1984, το απέρριψε ένα μήνα αργότερα, χωρίς να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν να αλλάξει γνώμη. Ο Ντενκτάς παρουσιάστηκε ότι αποδέχθηκε εκείνο το σχέδιο. Έτσι όλη η ευθύνη επιβάρυνε την Ε/Κ πλευρά.

Επιπρόσθετα, τον Απρίλιο του 1986, υιοθέτησε τη λεγόμενη «πρόταξη» που σήμαινε ότι τα βασικά θέματα του προβλήματος έχουν προτεραιότητα. Γι’ αυτό και υιοθέτησε πιο επιθετική διπλωματία. Με επιστολή του στον Γ.Γ  «ζητούσε σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για τις διεθνείς πτυχές του Κυπριακού ήτοι: α) την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και των εποίκων και β) αποτελεσματικές διεθνείς εγγυήσεις». Είναι δυνατόν ο ίδιος ο Κυπριανού να πίστευε ότι θα βρισκόταν κάποιος αξιωματούχος των Η.Ε. ή έστω ηγέτης κράτους με μέτρια διεθνή επιρροή να πάρει στα σοβαρά αυτές τις υποδείξεις;

Ο Ν. Ρολάνδης που υπηρέτησε για πέντε χρόνια υπουργός Εξωτερικών του προέδρου Κυπριανού, σχολιάζοντας τις εντυπώσεις που άφησε  πίσω της η προεδρία του Κυπριανού σε σχέση με τους χειρισμούς του Κυπριακού γράφει: «Στη Γενική Γραμματεία υπήρχε μια αρνητικότητα για το κυπριακό πρόβλημα. Πολλοί αξιωματούχοι είχαν κάψει τα δάκτυλά τους στο παρελθόν και οποιαδήποτε προσπάθεια ή πρωτοβουλία αντικριζόταν με καχυποψία». (Βιβλίο Ν. Ρολάνδη, σ. 115).

Ο τρίτος πρόεδρος που τραυμάτισε πολύ σοβαρά την αξιοπιστία μας ήταν ο Τ. Παπαδόπουλος, ιδιαίτερα με τον τρόπο που χειρίστηκε το Σχέδιο Ανάν.

Εδώ υπενθυμίζω ότι το Σχέδιο Ανάν συνδυάστηκε με την πορεία ένταξής μας στην Ε.Ε. Επίτροπος για τη διεύρυνση ήταν ο Φερχόιγκεν, ο οποίος υποστήριξε θερμά και βοήθησε πολύ για την ένταξή μας. Ο τότε πρόεδρος για περισσότερο από ένα χρόνο παρουσιαζόταν θετικός και συνεργάσιμος στην προώθηση του Σχεδίου.

Την τελευταία στιγμή, αντί και ως πρόεδρος να παρουσιάσει το Σχέδιο στο λαό με ισορροπημένο και αντικειμενικό τρόπο, υπογράμμισε μόνο τα αρνητικά και με πολύ συναισθηματική φόρτιση, καλούσε τον λαό με τόσο ζήλο να το καταψηφίσει. Η πικρία με την οποία εκφράστηκε ο Φερχόιγκεν αντανακλούσε την πλήρη καταρράκωση όχι μόνο της αξιοπιστίας μας στα Η.Ε. αλλά και στους κύκλους των Βρυξελλών. Μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπογράμμισε «προσωπικά αισθάνομαι ότι έχω εξαπατηθεί από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας». Αναφερόμενος στη συμπεριφορά του ιδίου του προέδρου πρόσθεσε: «Ενώ έλεγε πως συμφωνούσε με τις γενικές αρχές του Σχεδίου και ότι επιδίωκε μόνο μικρές βελτιώσεις, τώρα εισηγείται την απόρριψή του».

Μάλιστα, σε υποδείξεις για το σοβαρό πλήγμα της αξιοπιστίας μας η «έξυπνη» απάντηση του προέδρου ήλθε με την ερώτηση: «Τι; Δεν θα με σερβίρουν στις Βρυξέλλες τα γκαρσόνια;» Με τόση ευκολία και κυνισμό, επισκίασε και ξεπέρασε τις συνέπειες από τον εξευτελισμό της αξιοπιστίας μας.

Ο τέταρτος πρόεδρος, ο οποίος τραυμάτισε σοβαρά την αξιοπιστία μας είναι ο σημερινός Ν. Αναστασιάδης. Ιδιαίτερα με τη συμπεριφορά του κατά τη διάσκεψη στο Κραν Μοντανά. Το περιεχόμενο της πρότασης που παρουσίασε ο Γ.Γ. στις 30 Ιουνίου 2017, γνωστό ως «Πλαίσιο Γκουτέρες», στην αρχή είχε χαρακτηριστεί από τη δική μας αντιπροσωπία από θετικό έως πολύ θετικό. Δεν είναι τυχαίο που ακούστηκαν και εγκωμιαστικά σχόλιο από τα μέλη της αντιπροσωπίας μας για τον ίδιο τον Γκουτέρες. Ακόμα και αμέσως μετά το ναυάγιο της διάσκεψης ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος Ν. Χριστοδουλίδης ευχαρίστησε εκ μέρους του Αναστασιάδη «τον Γ.Γ. των Η.Ε. που με την εδώ παρουσία του και τον τρόπο προσέγγισης στα εκκρεμούντα θέματα επέδειξε ότι αντιλαμβάνεται τις αρχές εκείνες που πρέπει να διέπουν μια συνολική λύση του κυπριακού» (ΚΥΠΕ., 7 Ιουλίου 2017)

Ενδεικτικό είναι επίσης και το γεγονός ότι ακόμα και μετά το ναυάγιο εκείνης της διάσκεψης, η επίσημη θέση μας ήταν να επαναρχίσουν οι συνομιλίες από εκεί που είχαν μείνει στο Κραν Μοντανά.

Ένα χρόνο μετά, από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, ο Ν. Χριστοδουλίδης, δήλωνε με ικανοποίηση γιατί ήταν η πρώτη φορά που συζητήθηκαν θέματα «ασφάλειας και εγγυήσεων και έγινε ανταλλαγή χαρτών επί συμφωνημένου πλαισίου…». Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην αποστολή της κ. Λουτ και ευχόταν: «να υπάρξουν τέτοια αποτελέσματα που να βοηθήσουν να ξεκινήσουμε από εκεί που μείναμε στο Κραν Μοντανά». (Γ.Τ.Π., 30/7/2018).

Επίσης και ο διαπραγματευτής Α. Μαυρογιάννης επιδοκιμάζοντας τη συμπεριφορά του Γ.Γ.  στο Κραν Μοντανά  συμπέρανε ότι «Ο Γ.Γ. έχει αντίληψη του Κυπριακού περισσότερο από ότι νόμιζαν τα εμπλεκόμενα μέρη». (εφ. Αλήθεια 12/8/2018)

Στις 6 Ιουλίου του 1917 τρεις ώρες πριν την τελευταία διαπραγμάτευση έγινε συνάντηση της ηγεσίας των             Η.Ε. και της δικής μας αντιπροσωπίας στην οποία παρευρέθηκαν από τα Η.Ε., ο Γ.Γ. και ο Άιντα και από τη δική μας πλευρά, ο Αναστασιάδης, ο Μαυρογιάννης και ο Χριστοδουλίδης.

Όταν μελετήσει κανείς  τα πρακτικά των Η.Ε. εκείνης της συνάντησης καταλαμβαίνει ότι η δική μας πλευρά φοβόταν μήπως σημειωθεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις. Σίγουρα με βαρύνουσα την ευθύνη του προέδρου, αμφισβητούσαμε ουσιαστικά όχι μόνο τα συμπεράσματα του Γ.Γ. από τις συναντήσεις που είχε με την αντιπροσωπία της Τουρκίας, αλλά ακόμα και τις προθέσεις του. Μη σοβαρή και μη εποικοδομητική ήταν και η συμπεριφορά μας, κατά το τελευταίο δείπνο εργασίας που οδηγήθηκε η όλη προσπάθεια σε ναυάγιο.

Τον Νοέμβριο του 2021, είχαν δημοσιευτεί μια σειρά από τα πρακτικά των Η.Ε., σχετικά με τις εργασίες εκείνης της διάσκεψης. Στη δημόσια συζήτηση που προκλήθηκε ουσιαστικά και τα τρία μέλη της αντιπροσωπίας μας οχυρώθηκαν πίσω από την τουρκική αδιαλλαξία. Το να ρίχνουμε πάντα ευθύνη μόνο πάνω στην αδιαλλαξία της άλλης πλευράς είναι πολύ εύκολο. Μα η Τουρκία έκανε εισβολή και κατέχει για σχεδόν μισό αιώνα παράνομα πάνω από το 1/3 του εδάφους μας. Ασφαλώς, είναι και θα συνεχίσει να είναι αδιάλλακτη. Εκείνο που πρέπει να κρίνεται είναι η δική μας πολιτική συμπεριφορά.

Με απλά λόγια, ο πρόεδρος (που φέρει την κύρια ευθύνη), ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος και ο τότε συνομιλητής, εντυπωσιάστηκαν από τη διαύγεια της σκέψης του Γ.Γ. για το κυπριακό και για το περιεχόμενο του πλαισίου του. Όμως με τη συμπεριφορά τους, όχι μόνο δεν κατάφεραν να αποκομίσουν κάτι θετικό, αλλά ούτε και να αποδείξουν έστω την αδιαλλαξία της Τουρκίας. Όταν άρχισαν να δημοσιεύονται τα πρακτικά των Η.Ε.  στον κυπριακό τύπο, προσπάθησαν και οι τρεις να μας πείσουν ότι το ναυάγιο οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στους Τούρκους. Δεν ξέρω πόσους έπεισαν από εμάς. Θα ήταν όμως πολύ καλύτερα αν έπειθαν και την ηγεσία των Η.Ε. και τη Μογκερίνι που ήταν παρόντες.

Όσο δίκαιοι και αν είναι οι στόχοι μας, όταν δεν είναι υλοποιήσιμοι με τα μέσα που διαθέτουμε, προκαλούν ζημιά αντί όφελος. Η διεθνοποίηση μπορεί να βοηθήσει μέχρι ενός σημείου. Αναγκαστικά οδηγεί σε εξεύρεση λύσης συμβιβασμού. Δεν μπορεί να προσφέρει άμεση και πλήρη απελευθέρωση, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με στρατιωτική υπεροχή ή νικηφόρο πόλεμο.

Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι η διεθνοποίηση μας πρόσφερε σχέδια συμβιβασμού που θα ανέτρεπαν σε μεγάλο βαθμό το status quo. Προέβλεπαν να επιστρέψουν κάτω από ε/κ διοίκηση, εδάφη που θα επέτρεπαν επανεγκατάσταση μέσα σε υποφερτά χρονικά πλαίσια ακόμα και της μεγάλης πλειοψηφίας των προσφύγων στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Παράλληλα, δημιουργούσαν και την προοπτική επιστροφής κάτω από Τ/Κ διοίκηση. Ταυτόχρονα, προέβλεπαν τη σταδιακή αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων. Αν τέτοιοι συμβιβασμοί γίνονταν αποδεκτοί και υλοποιούνταν, θα διάνοιγαν ευρύτεροι ορίζοντες και θα ενθάρρυναν την περαιτέρω ενοποίηση της οικονομίας, της κουλτούρας, του πληθυσμού ακόμα και του εδάφους.

Δυστυχώς με ρητορική πατριωτικής πλειοδοσίας, μέσα από σχεδόν πέντε δεκαετίες, δεν επέστρεψε κανένας πρόσφυγας, δεν πήραμε ούτε ένα τετραγωνικό εδάφους και δεν διώξαμε ούτε ένα Τούρκο στρατιώτη.

Δυστυχώς η δική μας συμπεριφορά διαχρονικά, άλλοτε με το να προβάλλουμε ανέξοδα και  εν γνώσει μας εύηχους  αλλά μη υλοποιήσιμους στόχους, άλλοτε από κομματικούς ή προσωπικούς υπολογισμούς, άλλοτε από δειλία, άλλοτε από ιδιοτελείς ωφελιμισμούς της πολιτικής ηγεσίας μετά από σχεδόν μισό αιώνα φτάσαμε στο σημείο να μοιραζόμαστε με τον κατακτητή, την ευθύνη για τη μη λύση.

Με αυτή τη συμπεριφορά η Τουρκία αφέθηκε ανενόχλητη να εμπεδώνει τα τετελεσμένα της εισβολής  με πιο εφιαλτική την αλλοίωση του πληθυσμού και την ισλαμοποίηση του περιβάλλοντος και της κουλτούρας στο κατεχόμενο μέρος. Παράλληλα, έχουμε καταρρακώσει και την αξιοπιστία μας διεθνώς. Δηλαδή, ουσιαστικά σκοτώσαμε το κυριότερο, αν όχι το μοναδικό όπλο μας, που είναι η διεθνοποίηση.  

Μετά τις εκλογές είναι δυνατό, αν αυτός που θα εκλεγεί συμπεριφερθεί υπεύθυνα και σοβαρά, να βοηθήσει στην ανάκτηση της ανύπαρκτης σήμερα αξιοπιστίας μας.

Είναι δε πολύ ανησυχητικό, το ότι από τους επικρατέστερους υποψηφίους προέδρους, δεν έχει διεξαχθεί εμπεριστατωμένη συζήτηση για το κυπριακό. Αν δεν σοβαρευτούμε  ούτε ο Ο.Η.Ε ούτε η Ε.Ε., ούτε κράτος ή κράτη με διεθνή επιρροή θα πεισθούν να μας βοηθήσουν.

Δυστυχώς, ένας από τους επικρατέστερους Υ.Π.Δ. ,αποφεύγει να αποκαλύψει τις θέσεις του, όχι μόνο πάνω στο Κυπριακό, αλλά και τις ευρύτερες δεσμεύσεις του, προς τα κόμματα και τις πολιτικές ομάδες, που μετά από διαπραγμάτευση μαζί του, αποφάσισαν να τον υποστηρίξουν. Απαντά πάντοτε με μισόλογα και υπεκφυγές. Παραδέχεται μόνο, ότι υπάρχουν μερικές διαφορές τις οποίες όμως, διατηρεί η κάθε πλευρά, χωρίς να ενοχλείται κανένας. Αφήνει να νοηθεί, ότι όλες οι πλευρές που τον υποστηρίζουν είναι καλοπροαίρετες και αγαθές. Καταλήγει δε, με τη συνηθισμένη επωδό, ότι στο τέλος θα μας κρίνει ο λαός και η κοινωνία, στους οποίους φοβάται να αποκαλύψει τις θέσεις του.

Ο ίδιος υποψήφιος, ενώ στο παρελθόν επαινούσε τον Γ.Γ. και εκθείαζε το περιεχόμενο του πλαισίου Γκουτέρες, τώρα λέει: Αν εκλεγώ, θα πάω να το διαπραγματευτώ από την αρχή. Αυτή η δήλωση μπορεί να ικανοποιεί κάποιους από τους αρχηγούς των κομμάτων, που τον υποστηρίζουν. Σίγουρα όμως δεν θα πείσει το Γ.Γ., ότι βοηθά στη δημιουργία κοινού εδάφους. Γιατί ο Γ.Γ. γνωρίζει ότι η άκαρπη διαπραγμάτευση είναι 48 χρόνια που διεξάγεται.