
Η προσφορά αυτοεξυπηρετούμενων καταλυμάτων για ολιγοήμερη διαμονή εξυπηρετεί αρκετό κόσμο, που επιλέγει αυτό τον τρόπο διαμονής, είτε για διακοπές είτε για εργασία, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Θεωρείται πλέον κοινωνική ανάγκη, που ικανοποιεί την απλότητα, την ησυχία, την ιδιωτικότητα και σίγουρα το φθηνό κόστος διαμονής.
Ορισμένα καταλύματα, λόγω της τοποθεσίας και των ανέσεων που προσφέρουν, είναι πολύ ελκυστικά και εξυπηρετούν αρκετούς επισκέπτες που θέλουν να βιώσουν την εμπειρία που δεν τους προσφέρει η δική τους στέγη. Ο συνδυασμός της διάθεσης τουριστικών επιπλωμένων επαύλεων, μεμονωμένων κατοικιών και διαμερισμάτων, τόσο σε τουριστικές περιοχές, στο κέντρο των πόλεων, όσο και σε αγροτικές ή ειδικού ενδιαφέροντος περιοχές, αναζωογονεί και εμπλουτίζει το τουριστικό προϊόν του τόπου μας, καλύπτει και κλειστές περιοχές, προσφέρει εργασία και βοηθά στην οικονομία του τόπου.
Η διαφήμιση και προώθηση της διάθεσης τους μέσω γνωστών επιτυχημένων πλατφόρμων παρέχει στο κάθε ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα επιλογής της μονάδας, με γρήγορο και απλό τρόπο και προπαντός με ασφάλεια. Η ανάρτηση σχολίων από τους επισκέπτες για την εμπειρία που βίωσαν κατά τη διαμονή τους στο κατάλυμα αποτελεί είδος αξιολόγησης, που βοηθά τους ενδιαφερόμενους επισκέπτες να αποφασίσουν εάν θα το χρησιμοποιήσουν.
Η ζήτηση αυτοεξυπηρετούμενων καταλυμάτων αυξάνεται χρόνο με το χρόνο και η πολιτεία μέσω του Υφυπουργείου Τουρισμού έκρινε αναγκαία τη ρύθμιση της ίδρυσης και λειτουργίας τους, με σκοπό τον έλεγχο και την είσπραξη φόρων, καθώς και την προστασία του κοινού. Μάλιστα, έδωσε αρκετό χρόνο για εγγραφή τους στο μητρώο που δημιουργήθηκε, η οποία είναι υποχρεωτική διά νόμου και λήγει την 6.2.2023. Το τέλος εγγραφής για κάθε κατάλυμα ανέρχεται στα €222 ανά τριετία και τα αυτοεξυπηρετούμενα καταλύματα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, τις τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις, τις τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες και τα διαμερίσματα. Με την εγγραφή τους λαμβάνουν ειδικό σήμα και αριθμό μητρώου εγγραφής από το Υφυπουργείο Τουρισμού και αναγράφονται σε κάθε πλατφόρμα όπου διαφημίζεται το κατάλυμα, καθώς και σε όλες τις σχετικές συναλλαγές.
Σχετικός είναι ο περί της Ρύθμισης της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμος 9(Ι)/2020 και ο τροποποιητικός Νόμος 7(Ι)/2022, ο οποίος στο Μέρος ΙΙΙΑ απαγορεύει σε ιδιοκτήτη ή πάροχο ηλεκτρονικής πλατφόρμας να διαφημίζει και/ή αναρτά καταλύματα τα οποία δεν έχουν εξασφαλίσει αριθμό μητρώου. Τα έσοδα από την ενοικίαση αυτοεξυπηρετούμενων καταλυμάτων υπόκεινται σε Φόρο Εισοδήματος και ΦΠΑ με βάση τις διατάξεις των αντίστοιχων νομοθεσιών, καθώς επίσης σε τέλη διανυκτέρευσης προς τις τοπικές Αρχές, κατά τόπους Δήμους και Κοινοτικά Συμβούλια.
Ο ιδιοκτήτης ή ο δικαιούχος χρήστης ή ο επιχειρηματίας με την έγκριση ή εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη καταλύματος υποβάλλει στο Υφυπουργείο Τουρισμού αίτηση σύμφωνα με τον τύπο του καταλύματος μαζί με το καθορισμένο τέλος εγγραφής ανά κατηγορία και υπεύθυνη δήλωση. Σε αυτή βεβαιώνεται η εγγραφή στο Τμήμα Φορολογίας και δίδεται ο αριθμός φορολογικής ταυτότητας του ιδιοκτήτη ή διαχειριστή ή/και του ΦΠΑ, οι σχετικές λεπτομέρειες του αυτοεξυπηρετούμενου καταλύματος καθώς και οι ελάχιστες τεχνικές και λειτουργικές προδιαγραφές του, ως επίσης η ασφαλιστική κάλυψη του κατά παντός κινδύνου, για πυρκαγιά και αστική ευθύνη.
Με την εγγραφή του στο Μητρώο Αυτοεξυπηρετούμενων Καταλυμάτων, το Υφυπουργείο Τουρισμού εκδίδει ειδικό σήμα και αριθμό εγγραφής και την πρώτη άδεια εγγραφής η οποία ισχύει για τρία χρόνια από την ημερομηνία της έκδοσης της. Η άδεια εγγραφής ανανεώνεται κάθε 3 χρόνια έναντι καταβολής του τέλους ανανέωσης, η οποία υποβάλλεται εντός 3 μηνών πριν από τη λήξη της υφιστάμενης άδειας. Με την εγγραφή, το Υφυπουργείο Τουρισμού εξουσιοδοτείται όπως χρησιμοποιεί πληροφορίες για τα αυτοεξυπηρετούμενα καταλύματα, είτε για σκοπούς στατιστικής είτε για σκοπούς προώθησης των τουριστικών υποδομών της χώρας.
Το Υφυπουργείο Τουρισμού μπορεί οποτεδήποτε να διεξάγει αυτεπάγγελτα έλεγχο σε αυτοεξυπηρετούμενο κατάλυμα για διακρίβωση της ύπαρξης άδειας και τήρησης των όρων εγγραφής. Η άδεια μπορεί να ανακληθεί εάν χορηγήθηκε με ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, υπήρξε παύση των εργασιών της επιχείρησης, δεν έχουν ανανεωθεί τα απαραίτητα στοιχεία της άδειας εγγραφής ή εάν ο επιχειρηματίας έχει καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα που αφορούν την ασφάλεια και υγεία στην εργασία ή έχει καταδικαστεί για αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά, βία στην οικογένεια, εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων ή άλλα σοβαρά ποινικά αδικήματα που καθορίζονται στο Νόμο ή όταν εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα για παύση της λειτουργίας του καταλύματος ή διαπιστώνονται κατ’ εξακολούθηση παραβάσεις του Νόμου.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα