Ήταν φθινόπωρο του 2016 όταν για μια ακόμη φορά πήραμε μια καλή γεύση αμερικανικής δημοσιογραφικής πονηριάς και σπιρτάδας, εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας. Ο φιλελεύθερος υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ, Γκάρι Τζόνσον, ήταν φιλοξενούμενος σε γνωστή πρωινή ενημερωτική εκπομπή του MSNBC και θα καλείτο να αντιμετωπίσει μεταξύ άλλων παρευρισκόμενων έναν μπαρουτοκαπνισμένο δημοσιογράφο, τον Μάικ Μπάρνικλ.

Ο τελευταίος τού υπέβαλε μια φαινομενικά απλή ερώτηση για το μεταναστευτικό πρόβλημα, το οποίο ήταν απόρροια του συριακού εμφυλίου. Μόνο που φρόντισε να ανεβάσει τον βαθμό δυσκολίας της. Έτσι, αντί να ρωτήσει τον Τζόνσον ευθέως για τη Συρία και το μεταναστευτικό, τον κάλεσε να μιλήσει γενικά για την πρωτεύουσα του αραβικού κράτους. Είπε, λοιπόν, απευθυνόμενος στον Τζόνσον: «Τι θα έκανες αν εκλεγόσουν, για το Χαλέπι (Aleppo);». Φανερή η πρόθεσή του…

Ο Τζόνσον, ασφαλώς, δεν το ‘πιασε με την πρώτη. Ακολούθησε η εξής στιχομυθία:

–    Για;

–    Για το Χαλέπι.

–    Και τι είναι το Χαλέπι;

–    Αστειεύεσαι.

–    Όχι.

–    Το Χαλέπι είναι στη Συρία. Είναι το επίκεντρο της μεταναστευτικής κρίσης…

–    Εντάξει, το έχω, το έχω!

Εν συνεχεία, ο Τζόνσον απάντησε δείχνοντας διαβασμένος για το θέμα. Μάλιστα, κατέθεσε την άποψή του για τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν προκειμένου να εκτονωθεί η κρίση. Παρ΄ όλα αυτά, η στιχομυθία έμελλε να «παίζει» στα αμερικανικά κανάλια και να κάνει… υπερατλαντικό ταξίδι. Με αποτέλεσμα, ο Τζόνσον που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε μια αξιοσημείωτη δυναμική για τα δεδομένα (13%), να επικριθεί.

Δεν παραθέτουμε το πιο πάνω περιστατικό για να προκαλέσουμε γέλωτα, αλλά για να καταδείξουμε ότι σε προεκλογικές περιόδους είθισται οι υποψήφιοι να υποβάλλονται σε γερά τεστ με οποιονδήποτε τρόπο.

Κι αυτό το στοιχείο, ασφαλώς, νιώθουμε να μας λείπει στην Κύπρο. Ιδιαίτερα στην παρούσα χρονική περίοδο. Οι δικοί μας υποψήφιοι για την προεδρία είχαν αρκετές προεκλογικές εμφανίσεις, αλλά μάλλον δέχονταν πάσες για να αναλύσουν τις θέσεις τους, παρά για να τοποθετηθούν επί καυτών ζητημάτων. Συνεπώς, στις πλείστες των περιπτώσεων αναλώνονταν σε γενικολογίες που δεν διαφώτισαν.

Δεν εμβάθυναν, δεν δοκιμάστηκαν, δεν τους έβαλαν δύσκολα, δεν μας είπαν κάτι πραγματικά καινούργιο. Είναι ενδεικτικό ότι σε πολλές περιπτώσεις προσπαθούσαν να προκαλέσει ο ένας τον άλλον, μπας και βγει τίποτα. Κόντρες χωρίς ουσία.

Κάποιοι ίσως πουν ότι δεν υπήρχε και το κατάλληλο ζήτημα που θα ευνοούσε μια γερή δοκιμασία των υποψηφίων. Ακόμη, όμως, κι αν δεχθούμε αυτή τη θέση, υπάρχουν πολλά άλλα θέματα που θα μπορούσαν να τεθούν στη σφαίρα των προεκλογικών αναμετρήσεων.

Μιλήσαμε, για παράδειγμα, περί διαφθοράς, αλλά δεν έγιναν συγκεκριμένες αναφορές για παράνομες κι αξιοπερίεργες εισφορές σε κόμματα από εταιρείες-φαντάσματα και επενδυτές με ιστορικό. Δεν κλήθηκαν να μιλήσουν για το θέμα απόδοσης ευθυνών για τον τριψήφιο αριθμό σκανδαλωδών πολιτογραφήσεων που εξετάζει η Αστυνομία εδώ και 1,5 χρόνο.

Όλη αυτή η κατάσταση αποτυπώνεται και στους ψηφοφόρους. Οι επιλογές των περισσοτέρων στηρίζονται στην εικόνα που βγάζει ο εκλεκτός υποψήφιός τους και δεν καθορίστηκαν για ουσιαστικές θέσεις που αυτός εξέφρασε επί συγκεκριμένων υποθέσεων.

Κάποιοι, πάντως, με όλη αυτή την κατάσταση και την επιδερμική εξέταση των υποψηφίων μπορούν ήδη να νιώθουν εξασφαλισμένοι για το μέλλον. Οι πολίτες όχι.