«Είμαι πολύ τυχερός» ανέφερε ένας από τους δύο γιους της επιζήσασας της τρομερής σύγκρουσης με το παγόβουνο και τελικά βύθισης του Τιτανικού, Madeleine Astor. Πώς μπορεί να επικαλείται τύχη κάποιος που γεννήθηκε αρκετά χρόνια μετά το τραγικό συμβάν, που υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα υπήρχε καν.
Η Madeleine (1893-1940) ήταν μια όμορφη ευκατάστατη σοσιαλιτέ της εποχής της, κόρη πλούσιου βιομηχάνου γεννημένη στη Νέα Υόρκη, που μαζί με την αδελφή και μητέρα της ταξίδευσαν πολλές φορές στη γηραιά ήπειρο. Στα 18 της παντρεύτηκε (9/9/1911) τον 47χρονο ζωντοχήρο συνταγματάρχη Astor και μετά από ένα μακροσκελή μήνα του μέλιτος, έκλεισαν εισιτήρια με τον Τιτανικό για επιστροφή στην Αμερική. Στις 14 Απριλίου 1912 ο Τιτανικός προσέκρουσε σε παγόβουνο και η μεν Madeleine κατάφερε να επιβιβαστεί σε μια από τις σωστικές λέμβους ενώ ο σύζυγος πνίγηκε. Το ναυάγιο έγινε αιτία να αναγκάζονται τα πλοία να διαθέτουν ικανοποιητικό αριθμό λέμβων. Τέσσερα χρόνια μετά η Madeleine ξαναπαντρεύτηκε και έκαμε δυο γιους, ένας εκ των οποίων δήλωσε πολύ τυχερός. Σώθηκαν 700 ψυχές, με κάποια έννοια «σώθηκαν» και οι «απόγονοί» τους αφού διαφορετικά θα ήταν καταδικασμένοι στην άβυσσο της ανυπαρξίας.
Για την ιστορία η συνήθεια να επιβιβάζονται πρώτα γυναίκες και παιδιά καθιερώθηκε ως άγραφος νόμος της θάλασσας, όταν το πλοίο HMS Birkenhead που μετέφερε στρατιώτες κτύπησε σε βράχο (Danger Point, Νότιος Αφρική, 1852). Η μικρή σωστική λέμβος που διέθετε το πλοίο μόλις που χώρισε τα γυναικόπαιδα ενώ οι άνδρες στέκονταν στο κατάστρωμα και παρακολουθούσαν σιωπηροί. Τελικά 440 άντρες έχασαν τη ζωή τους, είτε πνίγηκαν είτε τους έφαγαν οι καρχαρίες.
Με το να σωθούν πρώτα οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά που έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους κατά κάποιο τρόπο εξασφαλίζεται το μέλλον της επόμενης γενιάς.
Το ερώτημα όμως είναι: Γιατί πρέπει να νοιαζόμαστε για ανθρώπους που μπορεί να μην υπάρξουν ποτέ˙για την επόμενη γενιά;
Το ερώτημα είναι καθαρά φιλοσοφικό και ως τέτοιο απασχόλησε τους φιλοσόφους.
Τη σχετική συζήτηση άνοιξε (1970) ο πιο σπουδαίος ηθικολόγος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Oxford, Derek Parfit, ασχολούμενος με πράξεις που γίνονται τώρα αλλά επηρεάζουν καταλυτικά πολλές γενιές στο μέλλον. Η συζήτηση ακόμα συνεχίζεται.
Σε πιο σύγχρονη εκδοχή ο Noah Scovronick του Πανεπιστημίου Princeton υπολόγισε (2017) το ετήσιο κόστος των περιορισμών εκπομπών με την αύξηση της θερμοκρασίας κατά 20C. Αν το 2050 ο πληθυσμός της γης είναι 9,7 δισ., το κόστος είναι $481 ανά άτομο, ενώ αν ο πληθυσμός είναι 8,7 δισ. το κόστος κατέρχεται στα $471. Πώς συγκρίνονται και αξιολογούνται αυτοί οι αριθμοί και το σπουδαιότερο τι γίνεται με το 1 δισ. που δεν θα υπάρξει στη δεύτερη περίπτωση.
Δύσκολα ερωτήματα.
Τι πρέπει να κάμει η γενιά μας για να διασφαλίσει τις επόμενες γενιές;
Την απάντηση θα μας τη δώσουν οι διανοητές μας για το χρέος μας σε αυτούς που έφυγαν και σε αυτούς που θα ’ρθούν.
Αντέξαμε το αμείλικτο αμόνι του χρόνου, δεν χαθήκαμε όπως άλλους λαούς που πέρασαν και χάθηκαν. Μπορεί να νιώθουμε περήφανοι για τους αρχαίους μας προγόνους αλλά κυρίως επιβάλλεται να τους μιμηθούμε, με τις πράξεις και τα επιτεύγματα που μπορούμε και πρέπει να δημιουργήσουμε…
Έρχονται δύσκολα χρόνια γεμάτα προκλήσεις, που το καράβι μας θα συναντήσει υφάλους, θα κινδυνέψει σε ξέρες, αλλά δεν πρέπει να χαθεί. Ας πάρουμε τα μαθήματα της ιστορίας, ας λειτουργήσουμε με εξωστρέφεια, ας κάνουμε τις σωστές επιλογές, ας προβλέψουμε σωστά, ας προτάξουμε το εμείς.
Ο μεγάλος Γιάννης Ρίτσος είπε: «Πώς γίνεται οι άλλοι να ορίζουν λίγο-λίγο τη μοίρα μας, να μας την επιβάλλουν κι εμείς να το δεχόμαστε;»
Ας κάνουμε λιγότερα δυνατά λάθη για να παραδώσουμε στην επόμενη γενιά όπως είπε ο Κωστής Παλαμάς: «Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν πέρασαν,
θα ‘ρθουν, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί.»
Ο μεγάλος Έλληνας διανοητής του προηγούμενου αιώνα Νίκος Καζαντζάκης έγραψε:«… Δεν είμαστε μόνοι μας, σέρνουμε μέσα μας γενεές προγόνων…
Το πρώτο σου χρέος, εκτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους.
Το δεύτερο να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους.
Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στον γιο σου τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει…»