Πώς βρέθηκε τώρα έτσι απότομα αυτό το εμβόλιμο διεγερτικό στο υποκεφάλαιο «Το δηλητήριο της κούρασης», ενός βιβλίου που διάβασα πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, και το πήρα στα χέρια μου τώρα γιατί ο τίτλος του, «Μελαγχολική Δημοκρατία»*, ανέκαθεν με προκαλούσε και με αναστάτωνε ωραία, ούτε που ξέρω…
Ο Γάλλος συγγραφέας και διανοούμενος Πασκάλ Μπρικνέρ, από τότε που τον «πρωτογνώρισα» ως αναγνώστης, δεν με αφήνει ποτέ σε ησυχία. Τόσο, που τρομάζω μήπως έχω αφήσει ανοικτά παράθυρα μέσα στη ψυχή και στη σκέψη μου, να τρυπά και να μπαίνει όποτε θέλει.
Τούτο το απόσπασμα που παραθέτω σήμερα, έχει πολλά νομίζω να πεί και για την ιδιαίτερη «περίπτωσή» μας και στην Κύπρο. Ο τίτλος είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα μας. Σε μία εβδομάδα ψηφίζουμε. Μελαγχολικά πολύ…
«Tι μας υπόσχονται οι δημοκρατίες μας; Την ευτυχία, τον πλούτο, την προσωπική ολοκλήρωση. Με άλλα λόγια, το αδύνατο. Μας παρουσιάζουν στόχους απραγματοποίητους που τροφοδοτούν και διαψεύδουν συνεχώς τις επιθυμίες. Γι’ αυτό και αποτελούν το κατεξοχήν πολίτευμα των παραπόνων, της διαμαρτυρίας του ατόμου για την τύχη του. Και ο πολυκομματισμός αποτελεί πραγματικά το κοινοβουλευτικό πολίτευμα που είναι το ισοδύναμο της αίρεσης στην θρησκεία: έναν τρόπο ικανοποίησης των επιδιώξεων των δυσαρεστημένων. Θάπρεπε μάλιστα να ιδρύσουμε στις χώρες μας ένα Υπουργείο της Δυσαρέσκειας που θα έστελνε προς όλες τις κατευθύνσεις Μεγάλους Παρηγορητές επιφορτισμένους να ακούν τα παράπονα μας και ιδιαίτερα αυτό που λέει κατ ιδίαν ο καθένας μας με σιγανή φωνή: «Αξίζω περισσότερα».
Ζώντας με δυσανάλογα ιδεώδη που φυτρώνουν ανάμεσα σε αυτό που είναι και σ’ αυτό που μπορεί, ο κόσμος μας συντηρεί μια ακόρεστη δίψα, συγκρατώντας την για να την οξύνει περισσότερο. Όσο πιο πολύ μας ικανοποιεί τόσο πιο πολύ μας αποστερεί, αφού ωθεί όλο και πιο μακριά τα όρια του επιθυμητού. Αυτό που αποκτήθηκε δεν είναι ποτέ αρκετό. Αν προσθέσουμε εδώ τον φθόνο που γεννιέται από τον ανταγωνισμό μεταξύ ομάδων και μεταξύ ατόμων, γεννιέται από τον ανταγωνισμό μεταξύ ομάδων και μεταξύ ατόμων, την θεαματική επιτυχία των μεν και την στασιμότητα των δε, βλέπουμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος παρασύρεται σε ένα φαύλο κύκλο επιθυμιών και απογοητεύσεων. Ως πριν από λίγο καιρό μπορούσαμε τουλάχιστον να ξεσπάμε την οργή μας πάνω στους παραδοσιακούς αποδιοπομπαίους τράγους: τον καπιταλισμό, την εργοδοσία, την αστική τάξη. Σήμερα δεν έχουμε πια αυτήν την καταφυγή, δεν υπάρχει απάντηση στο «ποιος φταίει;» Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του, δυσβάστακτο φορτίο. Οι υπερβολικές ελπίδες που ξυπνά το πολίτευμά μας, αντισταθμίζονται με την ακόρεστη μνησικακία που προκαλεί. Όταν η δυσφορία δεν βρίσκει πολιτική έκφραση, μεταμορφώνεται σε άγχος, σε κατάθλιψη. Καμιά φορά όμως τα παράπονα συνδυάζονται, ένας κοινός λόγος ενώνει τις επικρίσεις, και υποδεικνύονται νέοι υπεύθυνοι: αυτό προκαλεί μια εξέγερση.
Δεν πρέπει λοιπόν να τρέφουμε καμιά ελπίδα για μία δημοκρατία πραότητας ή συμφιλίωσης. Στο κάθε της βήμα η δημοκρατία προκαλεί αταξίες που την αποσταθεροποιούν. Εκκρίνει την αρρώστια που την αποδυναμώνει αλλά και το αντίθετο που την ενισχύει. Όταν ακριβώς τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα και διαφαίνεται μια βελτίωση της κατάστασης, τότε ακριβώς κορυφώνονται οι συνδυασμένες ανυπομονησίες, τότε εμφανίζεται η αναρχία και ο καθένας απαιτεί περισσότερα. Οι κοινωνίες μας είναι ταυτόχρονα νωθρές και ταραγμένες, διχασμένες ανάμεσα στην ατονία και την ανυποταξία. Η αναταραχή τους είναι απατηλή, άλλο τόσο όμως είναι και ηρεμία τους. Ο πολίτης ταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στις παντόφλες και το οδόφραγμα.» –
(*) Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αστάρτη, σε εξαιρετική μετάφραση της Μαρίνας Λώμη.