Μια εβδομάδα πριν από τις εκλογές το σκηνικό παραμένει ρευστό, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις, που είναι τα μοναδικά εργαλεία για να ψηλαφίσουμε την πολιτική συμπεριφορά του εκλογικού σώματος. Από τα μέχρι στιγμής δεδομένα οι ειδικοί ξεχωρίζουν το σταθερό προβάδισμα του Νίκου Χριστοδουλίδη και τη μάχη ανάμεσα στους Αβέρωφ Νεοφύτου και Ανδρέα Μαυρογιάννη για τη δεύτερη θέση. Πέραν των δημοσκοπικών προβλέψεων, υπάρχουν κάποια δεδομένα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το πρώτο είναι η μοναχική πορεία των υποψηφίων που στηρίζονται από τα δύο μεγάλα κόμματα. Αβέρωφ Νεοφύτου και Ανδρέας Μαυρογιάννης δίδουν τη μάχη μόνον με τις δυνάμεις του ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αντιστοίχως, χωρίς συμμαχίες. Αυτό από μόνο του είναι μια αδυναμία με προεκτάσεις, ειδικά εάν ο υποψήφιος ενός εκ των δύο κομμάτων μείνει τελικά εκτός κούρσας, κάτι που δεν έγινε ποτέ στο παρελθόν.
Συνεργασίες θα προκύψουν μετά τον πρώτο γύρο. Αυτό όμως δεν αναιρεί την πολιτική μοναξιά των δύο μεγάλων κομμάτων. Η αδυναμία γίνεται εντονότερη μεταξύ των δυνάμεων της αντιπολίτευσης, οι οποίες παρά τη δεδηλωμένη πρόθεση και το ευνοϊκό γι’ αυτές πολιτικό-κοινωνικό περιβάλλον, δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε συνεργασία στη βάση των ελάχιστων κοινών επιδιώξεων όπως είναι η ανάγκη πολιτικής αλλαγής για πάταξη της διαφθοράς, για επανεκκίνηση της προσπάθειας στο Κυπριακό και πολλές άλλες.
Χωρίς να υποτιμούμε καμιά υποψηφιότητα, το ενδιαφέρον εστιάζεται στις τρεις επικρατέστερες, οι οποίες σε μια εβδομάδα από σήμερα θα κριθούν εκ του αποτελέσματος. Μέχρι τότε όμως, υπάρχουν δεδομένα τα οποία προσφέρονται για σχολιασμό:
Στην Πινδάρου, η εσπευσμένη απόφαση για την υποψηφιότητα Αβέρωφ Νεοφύτου ώστε να αποκλειστούν οι όποιες άλλες επιλογές, τορπίλισε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα αναζήτησης συνεργασίας με άλλα κόμματα. Η αδυναμία αυτή συντηρούσε τα σενάρια περί plan Β, που υπονόμευσαν την υποψηφιότητα του Προέδρου του ΔΗΣΥ, ο οποίος από κυρίαρχος του παιχνιδιού ρισκάρει σχεδόν τα πάντα. Η κρίση για τον ελέφαντα στο δωμάτιο έκλεισε δημοσίως αλλά απομένει να δούμε εάν ξεπεράστηκε. Η εσωτερική διαμάχη στα ψηλά δώματα εξακολουθεί να αποπροσανατολίζει πολλά στελέχη από την κρίσιμη μάχη για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και αναδεικνύει ως παράπλευρο διακύβευμα (για ορισμένους κορυφαίο) την επόμενη μέρα στο κόμμα.
Περνώντας στην Εζεκία Παπαϊωάννου το ερώτημα είναι απλό: Είναι ο Ανδρέας Μαυρογιάννης για το ΑΚΕΛ η σωστή επιλογή; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Το βέβαιο είναι ότι η υποψηφιότητα θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερη δυναμική εάν ήταν η πρώτη επιλογή ή έστω ανάμεσα στις πρώτες. Μέχρι όμως να ολοκληρωθούν οι επαφές με άλλα κόμματα, εδραιώθηκαν δεδομένα (όπως οι υποψηφιότητες Δημητριάδη και Χριστοδουλίδη), που ίσως αποβούν καταλυτικά (μπορεί και μοιραία) για την εκλογική προσπάθεια του ΑΚΕΛ. Ο Ανδρέας Μαυρογιάννης έχει την επιπλέον υποχρέωση να αποδεικνύει ότι είναι τόσο ΑΚΕΛικός όσο πρέπει, ώστε να συγκινεί το κομματικό ακροατήριο και ταυτοχρόνως να προσελκύει ψηφοφόρους από άλλους χώρους.
Η τελευταία αλλά όχι έσχατη υποψηφιότητα από τις τρεις επικρατέστερες παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι πολυσυλλεκτικός και αυτό είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ανθυποψηφίων του. Ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις ο πλουραλισμός των κομμάτων που τον στηρίζουν εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα. Επιπλέον, έχει κι αυτός την υποχρέωση να επαναλαμβάνει ότι είναι Συναγερμικός όσο πρέπει ώστε να παραμένει ελκυστικός στο ακροατήριο του ΔΗΣΥ χωρίς να απωθεί το υπόλοιπο κοινό στο οποίο απευθύνεται. Μπήκε στην προεκλογική κούρσα με στοίχημα να αποδείξει ότι εκτός από έντιμος είναι και ικανός, αλλά υπήρξαν λάθη που διευκόλυναν όσους επεδίωκαν την αποδόμησή του. Εάν στο τελευταίο κατοστάρι επιδείξει τις απαραίτητες αντοχές τότε μοναδικός του αντίπαλος θα είναι οι προσδοκίες που δημιούργησε.
Εάν επιχειρήσουμε μια ακτινογραφία στην πολιτική συμπεριφορά της κοινωνίας, οφείλουμε να αρχίσουμε από την πρώτη παραδοχή που προκύπτει από τις εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων δέκα χρόνων και τις δημοσκοπήσεις: Πλέον οι περισσότεροι πολίτες ψηφίζουν (ή μένουν στο σπίτι τους) με βάση πολύ σύνθετα κριτήρια, κατά πολύ πιο διαφορετικά από ό,τι στο παρελθόν. Κυρίαρχη πολιτική δύναμη είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας, που δεν συγκινείται από συνθήματα και διλήμματα του παρελθόντος. Είναι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, από αριστερά κέντρο και δεξιά, οι οποίοι είναι έτοιµοι να επιβραβεύσουν αλλά δεν διστάζουν να τιµωρήσουν, χωρίς κατ΄ανάγκη να αποδοκιμάζουν ή να χειροκροτούν. Είναι αυτοί που θα κρίνουν το αποτέλεσμα, με τη ψήφο τους ή την αποχή τους.