…και ψίθυροι του παρελθόντος και σιντριβάνια και γλάστρες, μισάνοιχτες πόρτες και παράθυρα, χαμόγελα και ανθρωπιά. Τριγυρίζοντας τις γειτονιές του Αγίου Δομετίου, για να ξεφύγω λίγο από τα τετριμμένα και τα εκλογικά, θαυμάζω περίτεχνες σιδεριές στις πόρτες και στα παράθυρα και σκέφτομαι πόσο οι παλιοί τεχνίτες έβαζαν ψυχή μέσα στη δουλειά τους.
Θα μου πείτε, παρελθοντολογία όβερ, άλλαξε ο αιώνας, δεν κυκλοφορούμε με βράκες και συριζοποδίνες και παλιοί τεχνίτες πήγαν σπίτι τους ή αποδήμησαν προς Κύριον. Όλα αυτά τα αναλαμβάνουν πια μηχανές εργοστασίων, κόβουν με μαθηματική ακρίβεια αλουμίνια και άλλα σύγχρονα υλικά που δε φοβούνται τον χρόνο, ούτε τη βροχή, ούτε τον ανελέητο ήλιο.
Απόλυτα σωστό, θα σας απαντήσω, το αλουμίνιο βολεύει, συμφέρει οικονομικά και λύνει χίλια δυο προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ξύλινα παράθυρα της νιότης μας και τα σκουριασμένα ξωπόρτια. Οι τεχνίτες ανήκουν στο παρελθόν και η τέχνη τους θα φύγει σιγά σιγά όταν και οι άνθρωποι και τα σπίτια αναχωρήσουν. Θα μείνει η μνήμη αυτών που τα ξέρουν και τα γνώρισαν. Οι νεαροί δε θα εκστασιαστούν, όπως εγώ, μπροστά από μια παλιά σιδεριά, που αναγνωρίζω στη θέασή της μια ισορροπία ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο, βλέπω και εκτιμώ τον κόπο, την τέχνη και την έμπνευση, προτερήματα που είχαν οι παλιοί πριν εισέλθει η τεχνολογία στη ζωή μας. Οι κεντητές σιδεριές των παραθύρων, οι περήφανες καμάρες, οι σωστά προσανατολισμένοι ηλιακοί, τα ξωπόρτια με τη διπλή πόρτα που άνοιγε προς τα μέσα για να εισέρχεται ο αέρας του δειλινού, οι ψηλές αρσέρες στα σπίτια, όλα αυτά είναι γνωρίσματα μιας ισορροπημένης αρχιτεκτονικής του παρελθόντος τόσο ουσιαστικής για το κλίμα και τη νοοτροπία μας.
Δεν μπορούμε να επανέλθουμε σε αυτήν, όμως οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε και να την εκτιμήσουμε και ν’ αντιληφθούμε τη χρησιμότητά της ιδίως ένα μεσημέρι Ιουλίου όπου η Λευκωσία κρούζει στους 43 βαθμούς και η Λεμεσός και Πάφος πνίγονται στην υγρασία…και προσπαθούν ν’ ανακτήσουν ανάσες με ακριβά κλιματιστικά και τα γυάλινα μαύρα παράθυρα!
Στο μυαλό μου λίγο πολύ έτσι θα είναι και η μελλοντική Κύπρος. Το δίλημμα όμως εδώ δεν θα είναι η επιλογή αλουμίνιου για να αναπληρώσει την περίτεχνη σιδεριά.
Το δίλημμα είναι η Κύπρος που φεύγει ανεπιστρεπτί, που ξεχνιέται, που αποτελεί μνήμη μόνο για τους τυχερούς που την έζησαν. Τα συνδέω με τα πιο πάνω γιατί άπαξ και αναχωρήσει η γενιά που αναγνωρίζει Πενταδάκτυλο, βόρειες θάλασσες, πόλεις και χωριά με περήφανες ξύλινες καμαρόπορτες, αλλά και τις αρετές μιας ψηλής αρσέρας για τον εξαερισμό του σπιτιού, θα υπάρξει ένα τεράστιο κενό, ένα χάσμα βαθύ και δεν υπάρχει το αναγκαίο «αλουμίνιο» για να πάρει τη θέση του ξύλου που σάπισε. Η οικοδομή απλά θα καταρρεύσει, θα επέλθει το τέλος. Φεύγοντας η γενιά που γνώρισε την ανεξαρτησία και τον πόλεμο, το λιμανάκι της Κερύνειας και τη Νήσο των Εχιδνών θα αφήσει πίσω της μια γενιά που δεν έχει ιδέα της «άλλης», υπόλοιπης, υπάρχουσας ζωντανής, πλην όμως ακρωτηριασμένης, Κύπρου.
Τα σκέφτομαι όλα αυτά τακτοποιώντας στα ράφια τα βιβλία μου (δεν έχω 6000 χιλιάδες) ως εργασιοθεραπεία. Φυλλομετρώ ένα λεύκωμα του Ανδρέα Φιλίππου που φέρει τον τίτλο «Η εγκατάλειψη και η φθορά του Κυπριακού τοπίου». Βλέπω τα σκίτσα, τις υδατογραφίες, τα σχέδια μιας Κύπρου που δεν υπάρχει πια…και αναγνωρίζω την αξία της επισήμανσής ενός ανθρώπου του σιναφιού ότι αυτό προέρχεται από τη συγκρουσιακή σχέση που είχε αναπτύξει το σύγχρονο πρότυπο μιας πλασματικής ανάπτυξης με το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον, δηλαδή με την ίδια την ταυτότητα της Κύπρου! Παρακολουθήσετε για παράδειγμα την αρχή ενός βραδινού δελτίο ειδήσεων! Είναι μελετημένο από ειδικούς να επενεργεί τάχιστα επάνω μας ως ηρεμιστικό, ως ένα βάλιουμ ας πούμε, ούτως ώστε να ηρεμήσουμε, να ξεχάσουμε τα πέριξ για να είμαστε σε θέση να χειροκροτήσουμε την πλασματική ανάπτυξη. Ως πρώτη είδηση θα παρελάσει το αναπτυξιακό μας θαύμα, τα επιτεύγματά στον τομέα των επενδύσεων, τα άλματά στην οικονομία, το οικονομικό μοντέλο, οι δείχτες και η βαθμίδα στους οίκους αξιολόγησης. Παραμυθιάσματα καλά μελετημένα ενώπιων τεράστιων αδιεξόδων για τα οποία δε φταίνε μόνο οι Τούρκοι.
Ο άνθρωπος της Κύπρου ζει σε γειτονιές πόλεων και χωριών των οποίων ο κοινωνικός ιστός είναι στα αζήτητα, ούτε βλέπει αλλά ούτε και ενδιαφέρεται να δει τα λουλούδια που παλιά φύτρωναν στην άκρη του δρόμου, όπως μας τα είχε περιγράψει η υπέροχη κυρία Μάρλεν Χριστοφίδου στο μικρό αριστούργημα που λέγεται «Στην άκρη του δρόμου»!
Επιλέγουμε συνειδητά τα μεγάλα, ότι νάναι φτάνει να είναι μεγάλο, μεγάλα σπίτια, μεγάλα κέρδη, μεγάλες αυξήσεις, μεγάλα κτίρια… Καμία βιωματική σχέση, κανένα πνεύμα του τόπου «genus loci» στο οποίο βασίστηκε η ύπαρξη μας στον χάρτη. Όλα ένα θεαθήναι που εγκαινιάστηκε με το ανοσιούργημα της Πλατείας της Ζάχα και δυστυχώς προς την ίδια κατεύθυνση τραβά λόγω άγνοιας και περιφρόνησης για το τι ήταν η Κύπρος κάποτε! Οι λέξεις «παράδοση, πολιτισμός, ιστορία» σηματοδοτούν καθυστερημένες προσωπικότητες με την παλιά έννοια… ίσως και ανθρώπους με ειδικές ανάγκες…
Και να ήταν μόνο αυτό; Η άγνοια για το υπόλοιπο μισό και τον κόσμο του;
Γιατί για όλα δε φταίνε μόνο οι Τούρκοι…
Ελεύθερα, 29.1.2023