Μετά και τα όσα απαραίτητα ειπώθηκαν το τελευταίο διάστημα από τον αμερικανό γερουσιαστή Menendez για την αναθεωρητική Τουρκία, αλλά και τη σημαντική τοποθέτηση τόσο του ιδίου, όσο και του Κογκρέσο, έτσι ώστε να ανασταλεί η πώληση των αμερικανικών αεροσκαφών F-16 στην Τουρκία και σε συνδυασμό με την προκλητική ρητορική του προέδρου Erdogan έναντι της Ελλάδος, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις φαίνεται να ενισχύονται τόσο σε αξιακό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, καθώς η Ελλάδα ισχυροποιεί την αποτρεπτική της ισχύ στα πλαίσια του δυτικού τόξου. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν στρατηγική επιλογή των Δυτικών και κυρίως των Αμερικανών, καθώς η Ελλάδα προωθεί τις συνεργατικές συμμαχίες, ενώ μια υπερκλιμάκωση της ελληνοτουρκικής κρίσης θα υπονόμευε το ίδιο το ΝΑΤΟ. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να υπογραμμίσουμε με κάθε τρόπο ότι η προαναφερθείσα ρητορική Erdogan είναι σε ύφεση λόγω των φυσικών καταστροφών που πλήττουν την Τουρκία και όχι λόγω της οποιασδήποτε αλλαγής στην πάγια στρατηγική των τουρκικών διεκδικήσεων έναντι της Ελλάδος.

Επιστρέφοντας στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, οι ΗΠΑ επενδύουν στην Ελλάδα ενισχύοντας τις στρατιωτικές βάσεις στη χώρα και απομειώνοντας τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στην Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η προμήθεια των F-35, των πιο σύγχρονων μαχητικών στον κόσμο, τα οποία και αναμένονται στην Ελλάδα το 2028. Τα F-35 δεν καθίστανται ορατά από αντίπαλα ραντάρ και φέρουν αισθητήρες, οι οποίοι τα προστατεύουν από ενδεχόμενες επιθέσεις. Κάτι τέτοιο δίνει το πλεονέκτημα της λήψης πληροφοριών από το εχθρικό πεδίο, τη διανομή τους στα υπόλοιπα, παρόντα στρατιωτικά μέσα με αποτέλεσμα την ακαριαία λήψη των αποφάσεων στο πεδίο της μάχης. Η ταυτόχρονη παρουσία των F-35 με άλλα μέσα αεράμυνας, όπως είναι τα F-16 ή τα γαλλικά Rafale, πολλαπλασιάζει την αποτρεπτική δυνατότητα της ελληνικής αεράμυνας με αποτέλεσμα τη διευκόλυνση της καταστολής των αντίστοιχων εχθρικών μέσων. Επομένως, η συζήτηση αφορά αεροσκάφη, στα οποία έχει ενσωματωθεί και προσαρμοστεί όλη η υπερσύγχρονη αμερικανική τεχνολογία, γι’ αυτό και ο οποιοσδήποτε υπαινιγμός της Τουρκίας για μαζική κατασκευή του εθνικού της μαχητικού δε φαίνεται να είναι ρεαλιστικός, ούτε ως προς τον τύπο της τεχνολογίας, τον οποίο επωμίζεται στον λόγο του ο πρόεδρος Erdogan, αλλά ούτε και ως προς τον χρόνο κατασκευής τους, καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα χρειάζεται τουλάχιστον μια δεκαετία. 

Εν κατακλείδι και με δεδομένη την πάγια τακτική των ΗΠΑ ως προς την πώληση των F-35, η οποία αφορά μόνο φίλα προσκείμενα κράτη, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις εντατικοποιούνται σε αντιδιαστολή με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες είναι τεταμένες. Διά του λόγου το ασφαλές, η πρόσφατη επίσκεψη του επικεφαλής του State Department τόσο στην Τουρκία, όσο και στην Ελλάδα αναδεικνύει κάποιες σημαντικές διαφορές. Ενώ στα πλαίσια της επίσκεψης του Antony Blinken στην Τουρκία, η συζήτηση αφορούσε την ενεργειακή της αναβάθμιση με αντάλλαγμα τη συγκατάθεσή της στην ένταξη της Σουηδίας και της Φιλανδίας στο ΝΑΤΟ, στην Ελλάδα η συζήτηση κινήθηκε σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο που πόρρω απέχει από μια λογική ανταλλαγμάτων και αφορούσε μεταξύ άλλων τη στρατηγική σημασία της αμερικανικής στρατιωτικής βάσης στην Αλεξανδρούπολη, η οποία αποτελεί σημείο ανεφοδιασμού και μετακίνησης νατοϊκής δύναμης. Επόμενος στόχος της Ελλάδος πρέπει να αποτελεί η ενίσχυση της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας (ΕΑΒ), έτσι ώστε η συντήρηση των αεροσκαφών και άλλων συστημάτων να γίνεται στην Ελλάδα, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τον ελληνικό στόλο, αλλά και τον στόλο όμορων δυνάμεων της περιοχής, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ.

*Πολιτικός επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd