Ας ξεκινήσουμε με μια παραδοχή: Ακόμα και ο πιο έγκυρος δημοσιογράφος ή σχολιαστής μπορεί να κάνει λάθος σε μια αναφορά του. Έχω την άποψη ότι σε μια τέτοια περίπτωση -όταν και εφόσον συμβεί- δεν πρέπει να αμφισβητείται στο σύνολο της η εγκυρότητά του δημοσιογράφου/αναλυτή. 

Νομίζω ότι η περίπτωση του άρθρου/πολιτικού σχολίου του Γ. Καλλινίκου στη στήλη «ΡΙΠΕΣ» (Φιλελεύθερος 8/3/ 2023) εμπίπτει σε αυτό το πλαίσιο. 

Αναφέρομαι στο άρθρο με τίτλο «Το Προεδρικό και η φήμες για πρέσβεις πρόκληση» και ειδικά στην εξής αναφορά του: «Ακόμα και η θέση Επιτρόπου Περιβάλλοντος δεν έχει ιδιαίτερη αξία από την στιγμή που υπάρχει υπουργείο Περιβάλλοντος. Άλλωστε όταν δημιουργήθηκε η θέση αυτή ήταν και τότε για βόλεμα των Οικολόγων με τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση…»

Η αντικειμενική αλήθεια είναι ότι ο διορισμός του Χ. Θεοπέμπτου ως του πρώτου Επιτρόπου Περιβάλλοντος από τον μ. Τάσσο Παπαδόπουλο το 2006, δεν είχε καμία σχέση με τον σχηματισμό ή ανασχηματισμό της τότε κυβέρνησης (όπως συμβαίνει καλή ώρα τώρα με τους διορισμούς του Ν. Χριστοδουλίδη) και συνεπώς με κανενός είδους βόλεμα.

Τι είχε συμβεί; Το Κίνημα Οικολόγων από την ίδρυση του (1996) είχε διαμορφώσει τη θέση ότι τα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος στην Κύπρο δεν μπορούσε να τα αναλάβει μια κυβερνητική υπηρεσία ή ένα Υπουργείο αλλά ένας Ανεξάρτητος Φορέας Περιβάλλοντος, στα πρότυπα του πανίσχυρου EPA (Environmental Protection Agency, USA).  

Να θυμίσω ότι το Υπουργείο τότε ήταν «Γεωργίας και Φυσικών Πόρων» και αντί του σημερινού πολυπρόσωπου Τμήματος Περιβάλλοντος, μόλις δημιουργήθηκε μια Υπηρεσία Περιβάλλοντος με 2-3 λειτουργούς, χωρίς αρμοδιότητες και εξουσίες. 

Η θεμελιώδης αυτή θέση των Οικολόγων κατατέθηκε και συζητήθηκε προεκλογικά με τον υποψήφιο των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης μ. Τάσσο Παπαδόπουλο, ο οποίος την αντιμετώπισε με σεβασμό και σοβαρότητα. 

Με την εκλογή του -και παρά το βεβαρημένο κλίμα των διαπραγματεύσεων του σχεδίου Ανάν- ζήτησε τεχνική βοήθεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να μελετηθεί η εισήγηση των Οικολόγων, σε συνδυασμό με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και το Κυπριακό Σύνταγμα. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έστειλε τότε έναν τεχνοκράτη -νομίζω λεγόταν Βεστρίγκεν- ο οποίος κατέληξε στην εξής εισήγηση: Αυτό που χρειάζεται η Κύπρος είναι καταρχήν ξεχωριστό υπουργείο Περιβάλλοντος όπως όλες οι άλλες χώρες της ΕΕ. Δεδομένων όμως των συνταγματικών κωλυμάτων εισηγήθηκε την δημιουργία ξεχωριστής Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος στο υπουργείο Γεωργίας στην οποία να συγκεντρωθούν όλες οι υπηρεσίες που έχουν σχέση με το περιβάλλον που τότε ήταν διεσπαρμένες σε διάφορα υπουργεία. Παράλληλα εισηγήθηκε την συγκρότηση ενός Συμβουλίου Περιβάλλοντος με συμβουλευτικές/γνωμοδοτικές εξουσίες. 

Μέχρι την υλοποίηση των πιο πάνω σχεδιασμών ο μ. Τάσσος Παπαδόπουλος αποφάσισε να δημιουργήσει ένα συμβουλευτικό θεσμό- τον Επίτροπο Περιβάλλοντος. Παράλληλα έδωσε οδηγίες για κατάθεση νομοσχεδίου που να περιλαμβάνει τη δημιουργία Συμβουλίου Περιβάλλοντος του οποίου θα προέδρευε ο εκάστοτε Επίτροπος Περιβάλλοντος (εισήγηση Βεστρίγκεν). 

Είχα προσωπική ανάμιξη στην προετοιμασία αυτού το νομοσχεδίου, το οποίο όταν επιτέλους κατατέθηκε ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων -επί κυβέρνησης μ. Χριστόφια πλέον-  πόρρω απείχε από το αρχικό μας όραμα. Η πλειοψηφία των μελών της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος τροποποίησε σε σημαντικό βαθμό το νομοσχέδιο αλλά λίγα λεπτά πριν την ψήφιση του από την Ολομέλεια αποσύρθηκε από την κυβέρνηση για λόγους που ποτέ δεν εξηγήθηκαν. 

Προσπάθησα πολλές φορές να επαναφέρω το θέμα, με προσωπικές παρεμβάσεις στους ιδίους τους μ. Χριστόφια και κ. Αναστασιάδη. Κατέθεσα και σχετική πρόταση νόμου. Εις μάτην. Παρά τις υποσχέσεις, κάποια αόρατα χέρια έκλειναν κάθε προοπτική. 

Σήμερα όντως ο Επίτροπος Περιβάλλοντος είναι ένα «θεσμός» ξεκάρφωτος, χωρίς προσωπικό, αρμοδιότητες και εξουσίες και εύκολα κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι υπάρχει για ικανοποίηση των προσωπικών φιλοδοξιών ή των αναγκών του μικροπολιτικού πάρε-δώσε. Ας σημειωθεί ότι στο μεταξύ το Υπουργείο έγινε «και Περιβάλλοντος», η ασθενής Υπηρεσία Περιβάλλοντος μετατράπηκε σε Τμήμα Περιβάλλοντος με όλες σχεδόν της σχετικές με το περιβάλλον υπηρεσίες και εσχάτως λήφθηκε η πολιτική απόφαση για την μετατροπή της σε Διεύθυνση Περιβάλλοντος. Είκοσι χρόνια μετά ο Βεστρίγκεν, δικαιώνεται.

Είναι όμως άδικο -κυρίως για τον μ. Τάσσο Παπαδόπουλο και δευτερευόντως για τους Οικολόγους- να γράφεται ότι ο θεσμός αυτός προέκυψε- τότε, το 2006 –για να ικανοποιηθεί η ανάγκη οποιουδήποτε βολέματος. 

Σήμερα- και σε αυτό συμφώνησαν όλοι οι προεδρικοί υποψήφιοι προεκλογικά- επιβάλλεται η δημιουργία ενός «υφυπουργείου περιβάλλοντος και κλιματικής αλλαγής» και η σύσταση -επιτέλους- του Συμβουλίου Περιβάλλοντος με γνωμοδοτικές/συμβουλευτικές εξουσίες (σύσταση Βεστρίγκεν). 

Αυτά, προς άρση κάθε παρεξήγησης και για αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και χωρίς-όπως έγραψα στην αρχή- να αμφισβητείται η εν γένει αξιοπιστία και η εγκυρότητα του άρθρου ή/και του συντάκτη του.