Φτάσαμε επιτέλους σήμερα στη γραμμή τερματισμού της πιο αργής «τελικής ευθείας» της προεκλογικής κούρσας. Αν μετρούσε ο ένας χρόνος κατά τον οποίο τρέχουν οι υποψήφιοι πρόεδροι σ’ αυτό το ατέλειωτο κατοστάρι του πολιτικού στίβου ως την κάλπη, θα έκαναν αρνητικό παγκόσμιο ρεκόρ. Και ευτυχώς (ή δυστυχώς;) που δεν υπάρχουν κανόνες για πρόωρη εκκίνηση, αλλιώς ο κ. Νεοφύτου θα είχε ακυρωθεί εξαρχής.

Άλλη μια εβδομάδα λοιπόν για τον τελικό ώστε να διαπιστώσουμε τι επίδραση είχαν στους ψηφοφόρους οι επιθέσεις, οι βολές και τα πυρά που εκτοξεύονταν, τα χτυπήματα με τα ξίφη που διασταυρώνονταν, οι τηλεμαχίες εκ του συστάδην αλά Survivor και άλλα τέτοια, ευφάνταστα ή μη, που αναγκάστηκαν να επινοήσουν οι καημένοι οι πολιτικοί συντάκτες ώστε οι θεατές να μην εγκαταλείψουν το κακόγουστο θέαμα.

Ώσπου να μάθουμε, λοιπόν, τους δύο τελικούς «μονομάχους» (κι άλλο ένα κλισέ), ας δούμε δύο διαφορετικά μεν, αλλά σε άμεση σχέση μεταξύ τους, προβληματικά σημεία που συναντάμε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση: Το ένα είναι οι δημοσκοπήσεις και το άλλο η λογική της χαμένης ψήφου. Και τα δύο σε συνδυασμό έχουν ως αποτέλεσμα να νοθεύουν τις πραγματικές προτιμήσεις των εκλογέων, αφού θεωρητικά όλοι οι υποψήφιοι ξεκινούν από μηδενική βάση και δεν υπάρχουν εξ ορισμού μεγάλα και μικρά κόμματα, μεγάλοι και μικρότεροι υποψήφιοι. Η κάλπη θα βγάλει ό,τι της βάλουν, κι όμως αυτό που όντως βγάζει είναι εκείνο που έχουν εκ των προτέρων πειστεί οι εκλογείς ότι θα βγάλει. Ο ψηφοφόρος συμπεριφέρεται σαν τον μαθητή που αντιγράφει από τον διπλανό του: Για να το λέει, κάτι θα ξέρει. Και έτσι, ακολουθεί την πιο «δημοφιλή» επιλογή, σύμφωνα με την προϊστορία και την τάση που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.

Αυτές οι τελευταίες είναι ένα χρήσιμο «εργαλείο», λένε, αλλά για ποιον και γιατί; Οι υποψήφιοι έχουν λόγους να μαθαίνουν τις προτιμήσεις του κόσμου, να μετρούν την απήχηση που είχε π.χ. μια προηγούμενη τοποθέτησή τους στην κοινή γνώμη, αρνητική ή θετική, ώστε να προσαρμόζουν ανάλογα τις «εύκαμπτες» ιδεολογικές τους θέσεις. Οι δημοσκόποι βεβαίως, όπως και οι πολιτικοί, κάνουν τη δουλειά τους λιγότερο ή περισσότερο καλά, εμείς όμως τι αποκομίζουμε; Γιατί να μας νοιάζει τι πιστεύουν και πώς θα ψήφιζαν οι άλλοι; Γιατί πρέπει να το μάθουμε, αν όχι για να αλλάξουμε τη δική μας γνώμη και να ακολουθήσουμε τον συρμό, ώστε να μην πετάξουμε την ψήφο μας στα σκουπίδια δίνοντάς την στον υποψήφιο που προτιμούμε μεν, μη εκλέξιμο δε – σύμφωνα πάντα με τη γνώμη των άλλων, αυτήν που μας λένε οι δημοσκοπήσεις; Είναι σαν να δηλώνουμε ότι δεν έχουμε άποψη, κάνουμε ό,τι μας λένε, προτιμούμε να ακολουθούμε τους πολλούς επειδή εκεί βρίσκεται η δύναμη και έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έτσι μας αναλογεί ένα ψίχουλο εξουσίας, με δυο λόγια ότι είμαστε με την πλειοψηφία, η οποία ως τέτοια έχει δίκιο σε όλα.

Κάπως έτσι συμπεριφέρονται και τα πρόβατα στο κοπάδι: Ακολουθούν τυφλά τον αρχηγό, την κουδούνα του μπροστάρη, τον βοσκό και τον σκύλο του. Του δίνουν την ψήφο τους με εμπιστοσύνη – συγκινητική μεν, βλακώδη δε, εφόσον ενίοτε τα οδηγεί στον γκρεμό ή στον χασάπη. Αλλά τα πρόβατα δεν έχουν άποψη – αυτό έμαθαν και έτσι συνήθισαν. Το συλλογικό τους υποσυνείδητο δεν τους επιτρέπει να τρέξουν ελεύθερα στα λιβάδια όπως θα ήθελαν, επειδή φοβούνται πως θα τα φάει ο λύκος. Είναι απορίας άξιον το πώς δεν έχει ενημερωθεί η αταβιστική μνήμη τους ότι δεν υπάρχουν πια λύκοι εκεί έξω, αντιθέτως μάλιστα, όποιο πρόβατο μένει στο μαντρί το τρώει ο βοσκός – στην καλύτερη περίπτωση το εκμεταλλεύεται για τις δικές του ανάγκες. Αλλά πώς περιμένουμε από τα πρόβατα να κάνουν αυτό που δεν τολμούμε ούτε εμείς; Άμα δεν ψηφίσουμε τον «μικρό» υποψήφιο που θέλουμε, «μεγάλοι» θα είναι πάντα οι άλλοι, αυτοί που δεν θέλουμε.

chrarv@phileleftheros.com

Ελεύθερα, 05.02.2023