
Οι προτάσεις του Βρετανού κυβερνήτη της Κύπρου Σερ Τζον Χάρντινγκ αναμφισβήτητα αποτελούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα της ιστορίας του κυπριακού ζητήματος. Και φυσικά το ερώτημα που υπάρχει μέχρι σήμερα είναι αν οι προτάσεις αυτές είναι μια χαμένη ευκαιρία, όπως γράφουν διάφοροι μελετητές.
Ο Χάρντινγκ έφθασε στην Κύπρο στις 3 του Οκτώβρη του 1955 και πήρε τη θέση του κυβερνήτη του νησιού αντικαθιστώντας των Σερ Ρόμπερτ Αρμιτέιζ.Οι συνομιλίες του Αρχιεπισκόπου Μακάριου του Γ’ με τον Χάρντιγκ ξεκίνησαν 4 του Οκτώβρη του 1955 και έληξαν στις 23 του Φλεβάρη του 1956 χωρίς θετικό αποτέλεσμα, αφού οι βρετανικές προτάσεις απορρίφθηκαν από τον Ελληνοκύπριο ηγέτη.
Ο Μακάριος κατά τη διάρκεια των συνομιλιών έδειξε πολλή μετριοπάθεια και προχώρησε μάλιστα και σε υποχωρήσεις που μέχρι τότε θεωρούνταν απαράδεχτες για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτό φαίνεται από τα πιο κάτω:
1.Αντιλαμβανόμενος ο Αρχιεπίσκοπος πως η πολιτική του «ένωσις και μόνον ένωσις», χωρίς ενδιάμεσο σταθμό, οδηγούσε σε επικίνδυνα αδιέξοδα έθεσε τέρμα σε αυτή την πολιτική.
2. Δέχτηκε την αυτοκυβέρνηση με παραχώρηση συντάγματος που προηγούμενα τη θεωρούσε «τάφο» της αυτοδιάθεσης.
3. Εγκατέλειψε τον όρο της «τακτής προθεσμίας» για την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης και δέχτηκε μίαν «αόριστη πρόταση», όπως αναφέρει ο Δημήτρης Μπίτσιος (Κρίσιμες ώρες, σελ. 35) που δεν καθόριζε κανένα χρονοδιάγραμμα και ουσιαστικά δεν δέσμευε τίποτε τους Βρετανούς για την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης. Η πρόταση έλεγε απλά πως η αυτοδιάθεση δεν μπορούσε «τώρα» να εφαρμοστεί στην Κύπρο «ένεκεν της παρούσης καταστάσεως εις την Ανατολικήν Μεσόγειον». Γιατί ναυάγησαν λοιπόν οι συνομιλίες;
Οι λόγοι οι ναυαγίου
Οι λόγοι για τους οποίους ναυάγησαν οι συνομιλίες ήταν τρείς:
>> Οι Βρετανοί αρνήθηκαν πεισματικά να διαβεβαιώσουν πως οι Ελληνοκύπριοι θα είχαν την πλειοψηφία στη Βουλή, που σήμαινε πως η Κύπρος θα επανερχόταν στο σύνταγμα που ίσχυε μέχρι το 1931. Τότε οι εκλεγμένοι στη Βουλή Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν «αιρετή πλειοψηφία», αλλά οι Ελληνοκύπριοι ήταν μειοψηφία έναντι στο σύνολο των Τουρκοκυπρίων και των διορισμένων Βρετανών.
>> Οι Βρετανοί αρνήθηκαν να δώσουν γενική αμνηστία σε όσους είχαν καταδικαστεί για ενέργειες εναντίον του καθεστώτος τους, περιόριζαν την αμνηστία σε όσους είχαν πάρει μέρος σε παρελάσεις και συγκεντρώσεις και έγραψαν συνθήματα και σ ’αυτούς που κατείχαν ή διένειμαν προκηρύξεις. Όσοι είχαν δράσει ένοπλα εναντίον το αποικιακού καθεστώτος θα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη φυλακή.
Ακόμα οι Βρετανοί απέρριψαν τη θέση του αρχιεπισκόπου «όπως η αμνήστευσις των σοβαροτέρων περιπτώσεων μην είναι άμεση» «αλλ’αντιμετωπισθή εν καιρώ από μέλλουσαν κυβέρνησιν, ήτις θα ήντλει την εξουσίαν εκ του κυπριακού λαού, τον οποίον θα εξεπροσώπει».
>> Οι Βρετανοί επέμειναν ο κυβερνήτης να έχει όλες τις εξουσίες της δημόσιας ασφάλειας για όσο διάστημα θα έκρινε ο ίδιος σκόπιμο και απέρριψαν τη θέση του Μακάριου η δημόσια ασφάλεια να παραμείνει στους Βρετανούς για ορισμένο διάστημα μέχρι να αποκατασταθεί η ειρήνη και η τάξη.
Η ανακοίνωση του Μακαρίου
Ανακοινώνοντας ο Μακάριος την αποτυχία των συνομιλιών είπε τα ακόλουθα:
«Εν ολίγοις ο κυπριακός λαός εκαλείτο να αποδεχθεί καθεστώς υπό το οποίον θα ήτο αμφίβολον εάν θα ήλεγχε την ιδίαν του Βουλήν και βάσει του οποίου ήτο βέβαιον ότι η αποικιακή κυρίαρχος δύναμις θα ηδύνατο επ’ αόριστον να επεμβαίνη εις τα πάντα υπό το πρόσχημα της προστασίας της ‘δημοσίας ασφαλείας’».
Ο Αρχιεπίσκοπος αναφερόμενος στην άρνηση των Βρετανών να παραχωρήσουν στους Ελληνοκύπριους την πλειοψηφία της Βουλής τόνισε τα πιο κάτω: «Την τοιούτην ισχυρογνωμοσύνην των οι Βρετανοί κατοχύρωνον όπισθεν αορίστων, εν πολλοίς φραστικών σχημάτων και του προσχήματος ότι δεν ηδύναντο εκ των προτέρων να δέσουν τας χείρας του Συντακτικού Νομοθέτου, όστις θα απεστέλλετο ενταύθα και όστις θα έπρεπε, κατ’ αυτούς, να έχει απόλυτον ελευθερίαν εις την σύνταξιν του συντάγματος της νήσου περιορισμένης της εις τούτο συμβολής των κατοίκων εις το καθαρώς συμβουλευτικόν πεδίον. Αλλ’ ουδενός διαφεύγει την προσοχήν ότι και ο Συντακτικός Νομοθέτης θα είναι Βρετανός και επομένως όργανον της Βρετανικής πολιτείας».
Οι Ελληνοκύπριοι καλούνταν να δεχτούν μια αυτοκυβέρνηση που δεν γνώριζαν το περιεχόμενό της, που θα το διαμόρφωνε αργότερα ο Βρετανός συνταγματολόγος. Η πλειοψηφία της Βουλής που τόσο επιθυμούσαν δεν εξασφαλιζόταν. Η ένοπλη αντίστασή τους θα σταματούσε. Οι αγωνιστές με τις πιο σοβαρές κατηγορίες θα έμεναν στη φυλακή, η Βρετανία που θα διατηρούσε τον έλεγχο της δημόσιας ασφάλειας θα έλεγχε απόλυτα την κατάσταση και ο Βρετανός συνταγματολόγος θα μπορούσε άνετα να επιβάλει ένα διαιρετικό σύνταγμα.
Εύκολα λοιπόν κάποιος μπορεί να διερωτηθεί πού στηρίχτηκε η θεωρία της χαμένης ευκαιρίας που υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές.
Οι μαρτυρίες του Νίκου Κρανιδιώτη μέσα από το βιβλίο του
Η μεγαλύτερη από τις τρείς διαφορές που παρατηρήθηκαν κατά τις συνομιλίες Μακάριου-Χάρντινγκ ήταν στο θέμα της πλειοψηφίας στη Βουλή. Ο Μακάριος που υποχώρησε στο θέμα της αυτοδιάθεσης υπολόγιζε πολύ σε μια πλειοψηφία της Βουλής που θα ανακινούσε και θα πρόβαλλε συνέχεια το αίτημα της αυτοδιάθεσης. Οι Βρετανοί δεν υπήρχε καμία περίπτωση να δώσουν ελληνοκυπριακή πλειοψηφία στη Βουλή για να μην ξαναζωντανέψει το αίτημα της αυτοδιάθεσης -ένωσης και γιατί, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν την Τουρκία.
Η ιδέα της χαμένης ευκαιρίας απέκτησε περισσότερους οπαδούς από κάποια γραφόμενα του Νίκου Κρανιδιώτη. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι.
Ο Νίκος Κρανιδιώτης στο βιβλίο του «Η Κύπρος εις τον αγώνα της ελευθερίας (Αθήνα, 1958, σελ. 114)» γράφει για το σχέδιο Χάρντινγκ.
«Επί πλέον δεν διηυκρίνιζε κατά πόσον τα αιρετά ελληνικά μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου θα είχαν την πλειοψηφίαν, ενώ αφ’ ετέρου άφηνε να νοηθεί ότι εις το εν λόγω Συμβούλιον θα περιελαμβάνετο και ακαθόριστος αριθμός διοριζομένων μελών».
Συνεχίζοντας ο Κρανιδιώτης (στο ίδιο, σελ. 133) αναφέρει: «Πρό της τοιαύτης βρετανικής αδιαλλαξίας αι αδιαπραγματεύσεις διεκόπησαν. Και απεκαλύφθησαν τότε ωμαί εις όλην την έκτασίν των αι πραγματικαί προθέσεις της κρατούσης δυνάμεως».
Οι πραγματικές προθέσεις της Βρετανίας φάνηκαν στις 9 του Μάρτη όταν εξόρισε τον Μακάριο στις Σειχέλλες.
Ο Κρανιδιώτης στο βιβλίο του «Δύσκολα χρόνια, Κύπρος 1950-1960, Αθήνα 1981, σελ. 170) αναφέρεται στις συνομιλίες που είχε με τον σύμβουλο του Χάρντινγκ Τζον Ρενταγουέι, ύστερα από εντολή του Μακάριου, και καταγράφει τις πιο κάτω υποσχέσεις που πήρε από τον συνομιλητή του:
α) Στη Βουλή θα υπήρχε απόλυτη αιρετή ελληνική πλειοψηφία και οι Τούρκοι θα είχαν μία ή δύο θέσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο.
β) Ο κυβερνήτης θα διατηρούσε στην εξουσία του την εσωτερική ασφάλεια για ένα ή δύο χρόνια, μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη στο νησί.
γ) Η αμνηστία θα παραχωρούταν από τη βασίλισσα αμέσως μετά την υπογραφή των συμφωνιών.
«Ο Μακάριός, όμως, ήθελε να έχει όλες αυτές τις διαβεβαιώσεις γραπτώς», παρατηρεί ο Κρανιδιώτης. Η θέση αυτή ασφαλώς ήταν ορθή, γιατί στις διαπραγματεύσεις ισχύει απόλυτα το «scripta manent verba volant».
Μετά τις υποσχέσεις του Ρενταγουέι έγινε στις 29 του Φλεβάρη του 1956 η τελευταία συνάντηση Μακάριου-Χάρντιγκ παρουσία του υπουργού Αποικιών Λέννοξ Μπόιντ. Όπως καταγράφει ο Κρανιδιώτης (στο ίδιο, σελ. 171) που ήταν παρών στην συνάντηση, ο Μακάριος έθεσε τα ζητήματα στα οποία ο Ρενταγουέι είχε δώσει υποσχέσεις και μας πληροφορεί για το τι επακολούθησε γράφοντας (σελ. 171):
«Ο Λέννοξ Μπόιντ αρνήθηκε να συζητήσει εκ νέου οποιοδήποτε θέμα, υπογράμμισε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να μεταβάλει έστω και μια λέξη από την ανακοίνωση που μας διάβασε και τόνισε ότι δεν έχει να προσθέσει τίποτε περισσότερο σε όσα ο κυβερνήτης έχει ήδη ανακοινώσει στον αρχιεπίσκοπο με τις επιστολές του.
»Ο Μακάριος με ένα βεβιασμένο χαμόγελο είπε ότι με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαν ίσως να ρυθμιστούν τα εναπομείναντα τρία επίμαχα σημεία.
»Ο Λέννοξ Μπόιντ τον κοίταξε αυστηρά χωρίς να απαντήσει.
»Μεσολάβησαν μερικά λεπτά αμήχανης σιωπής. Ύστερα ο Βρετανός υπουργός σηκώθηκε από τη θέση του και ατενίζοντας παγερός τον αρχιεπίσκοπο-αντί οποιουδήποτε άλλου χαιρετισμού-είπε προκλητικά «Είθε ο θεός να σώσει το λαό σου».
Οι Βρετανοί λοιπόν αρνήθηκαν να δώσουν γραπτώς τις υποσχέσεις του Ρενταγουέι κι ο Κρανιδιώτης καταλήγει με τα πιο κάτω:
«Ήταν φανερό ότι οι Βρετανοί επηρεασμένοι από τις διεθνείς εξελίξεις (ιδιαίτερα στο χώρο της Μέσης Ανατολής) δεν ήσαν διατεθειμένοι, σε κείνο τουλάχιστον το στάδιο, να προβούν σε άλλες παραχωρήσεις. Έτσι, ύστερα από πέντε μηνών συνεχείς διαπραγματεύσεις οι συνομιλίες διακόπηκαν απότομα και ο πολιτικός ορίζοντας έγινε πάλι ζοφερός».
Στο επόμενο βιβλίο του «Οι διαπραγματεύσεις Μακάριου-Χάρντινγκ 1955-56, Αθήνα 1987, σελ. 25)» ο Κρανιδιώτης επαναλαμβάνει τις συνομιλίες που είχε με τον Ρενταγουέι και τις υποσχέσεις του Βρετανού και πιο κάτω (σελ.91-92) μιλά για τα αίτια της αποτυχίας των συνομιλιών γράφοντας:
«Στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων συντέλεσαν όχι τόσο οι διαφορές που χώριζαν τις απόψεις των δύο πλευρών, όσο πολλοί διεθνείς και τοπικοί παράγοντες. Ήταν τότε η περίοδος που οι βρετανικές δυνάμεις αναγκάζονταν να εκκενώνουν, τη μία μετά την άλλη, τις στρατηγικές βάσεις τους και να εγκαταλείπουν τα παλαιά τους ορμητήρια. Μια ομάδα Βρετανών συντηρητικών βουλευτών αντιδρούσε επίμονα σε κάθε φιλελεύθερη χειρονομία και ακολουθούσε μια ανένδοτη «αυτοκρατορική» πολιτική στα αποικιακά θέματα. Άλλωστε η βρετανική κυβέρνηση δεν απέκρυπτε ότι ήθελε την Κύπρο ως βάση για την αστυνόμευση της Ανατολικής Μεσογείου και την εξασφάλιση της ομαλής ροής των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής!»
Η άποψη να θεωρείται χαμένη ευκαιρία το σχέδιο Χάρντιγκ στηριζόμενη στις υποσχέσεις του Ρενταγουέι στον Κρανιδιώτη, που οι Βρετανοί αρνήθηκαν να τις δώσουν γραπτώς, είναι άποψη που χαρακτηρίζεται από αφέλεια και ευσεβοποθισμό εκ των υστέρων.
Aνιχνευτικές οι συζητήσεις Reddaway με Κρανιδιώτη
Ο Γλαύκος Κληρίδης (Η Κατάθεσή μου, τόμος 1, σελ. 39) γράφει: «Οι συζητήσεις που είχαν ο κ.κ. Reddaway και Κρανιδιώτης δεν αποτελούσαν βρετανικές δεσμεύσεις, αλλά ήσαν ανιχνευτικές. Ακόμα κι αν τις είχε αποδεχθεί ο Aρχιεπίσκοπος, εν όψει των βρετανικών δεσμεύσεων απέναντι στην Τουρκία, θα έπρεπε να εξασφαλισθεί και η τουρκική συμφωνία ή έστω συγκατάθεση».
Η Βρετανία είχε πράγματι αναλάβει δεσμεύσεις απέναντι στην Τουρκία;
Ο Ε.Ν. Τζελέπης (Το Κυπριακό και οι συνωμότες του, σελ. 87) γράφει: «Στις δηλώσεις του αυτές της 5ης Μαρτίου (1956) ο κ. Λέννοξ Μπόιντ δεν αρκέστηκε να μνημονεύσει επανειλημμένα την τουρκική μειονότητα και τις επαφές που είχε με τους ηγέτες της κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο. Ο Άγγλος υπουργός των Αποικιών αποκάλυψε ακόμα την υπόσχεση που είχαν δώσει οι Άγγλοι στους Τούρκους, σύμφωνα με την οποία αυτοί θα αντιπροσωπεύονταν ισότιμα με τους Έλληνες στο μελλοντικό κοινοβούλιο».
Ακόμα, η σημασία που έδιναν οι Βρετανοί στον τουρκικό παράγοντα φαίνεται από τα γραφόμενα του Βρετανού πρωθυπουργού Άντονι Ίντεν, ο οποίος στα απομνημονεύματά του (σελ. 461) αναφέρει: «Επαγρυπνούσα συνεχώς μήπως τυχόν και βρεθούμε στη θέση να εγκρίνουμε μια διατύπωση που θα μας χώριζε από τους Τούρκους.
Το ερώτημα είναι γιατί οι Βρετανοί απέδιδαν τόση σημασία στην Τουρκία και φρόντιζαν να αποφύγουν στο κυπριακό οποιαδήποτε διατύπωση με την οποία η Άγκυρα θα διαφωνούσε. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη.
Η υποχώρηση της Βρετανίας και των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή (κρίση στην Παλαιστίνη το 1948, κρίση στο Σουδάν το 1951-1952, απώλεια από τους Βρετανούς της στρατιωτικής βάσης του Σουέζ το 1954) είχε ως αποτέλεσμα την αναβάθμιση της Κύπρου από στρατιωτική άποψη και άρα απαραίτητη για τη Βρετανία και τα στρατηγικά της συμφέροντα.
Με τον περιορισμό του ρόλου Βρετανίας και Η.Π.Α στη Μέση Ανατολή η Τουρκία έγινε το βασικό στήριγμά τους στην περιοχή. Έτσι, δεν είχαν καμιά διάθεση να τη δυσαρεστήσουν στο Kυπριακό.
H Toυρκία δεν είχε διάθεση να πει ναι
Ορθά αναφέρει ο Κληρίδης πως για οποιαδήποτε συμφωνία «θα έπρεπε να εξασφαλισθεί και η τουρκική συμφωνία ή έστω συγκατάθεση». Και η Τουρκία δεν είχε καμία διάθεση να πεί «ναι» στους πόθους των Ελληνοκυπρίων. Οι προτάσεις Χάρντινγκ συντάχτηκαν βέβαια από τους Βρετανούς, αλλά είχαν εγκριθεί και από την Άγκυρα, όπως φαίνεται από τα απομνημονεύματα του Ίντεν και την αποκάλυψή του πως η Βρετανία δεν ήθελε να τη χωρίζει καμία «διατύπωση» από την Τουρκία.
Όσοι θεωρούν τις προτάσεις αυτές χαμένη ευκαιρία ή υποτιμούν ή αγνοούν τον ρόλο της Τουρκίας και παραβλέπουν την πολιτική της Βρετανίας να συμφωνεί απόλυτα με την Άγκυρα στο κυπριακό.
Όσοι επικαλούνται τις υποσχέσεις του Ρενταγουέι, αποφεύγουν να αναφερθούν στην άρνηση της Βρετανίας να τις αποδεχτεί γραπτώς. Κι αυτοί που προσπαθούν να δημιουργήσουν λαθεμένες εντυπώσεις από τα γραφόμενα του Κρανιδιώτη παραλείπουν το τελικό συμπέρασμά του πως «ήταν φανερό ότι οι Βρετανοί δεν ήσαν διατεθειμένοι, σε κείνο τουλάχιστον το στάδιο, να προβούν σε άλλες παραχωρήσεις».
Στο ερώτημα λοιπόν αν ήταν χαμένη ευκαιρία οι προτάσεις Χάρντινγκ απαντούμε. Όχι, δεν ήταν χαμένη ευκαιρία, ήταν προτάσεις που οδηγούσαν την Κύπρο σε επικίνδυνο δρόμο και μόνο ένας αφελής ηγέτης θα μπορούσε να τις αποδεχτεί, όπως είχαν διατυπωθεί.