Sunday γράφει σήμερα το ημερολόγιο του κινητού, δεν γράφει «γιορτή της Δημοκρατίας» και άλλα τέτοια βαρύγδουπα, για τα οποία ακούμε σε κάθε προεκλογική περίοδο. Sunday, χωρίς άλλες πληροφορίες, μια συνηθισμένη Κυριακή είναι για το τηλέφωνο η σημερινή, κι ας είναι έξυπνο. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι αλγόριθμοι μάλλον δεν άκουσαν ότι έχουμε εκλογές ώστε να επιλέξουμε το καλύτερο, ή «το μη χείρον» όπως έλεγαν οι μακρινοί μας πρόγονοι, εκείνον που θα μας κυβερνά για τα επόμενα πέντε χρόνια. 

«Όταν μιλά ο λαός ακόμη και οι Θεοί σιωπούν» επιμένει με μπόλικη δόση υπερβολής μια φράση που υμνεί την ισχύ της λαϊκής ετυμηγορίας, η οποία είναι η κορυφαία πράξη εκχώρησης εξουσίας στους αιρετούς μας άρχοντες. 

Αν επιχειρήσουμε μια ματιά στα πεπραγμένα των απελθόντων μηνών, μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι η μακρά προεκλογική εκστρατεία κάθε άλλο παρά σοφότερους μας έκανε. Oι πολλές τηλεμαχίες, οι αμέτρητες εμφανίσεις των υποψηφίων από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά στούντιο, τα live streaming, τα podcast και όλα τα άλλα κανάλια ενημέρωσης και επικοινωνίας, ενισχύουν μεν τον πλουραλισμό αλλά αξίζει ειλικρινά να διερωτηθούμε κατά πόσον μας κάνουν καλύτερους πολίτες και πιο χρήσιμους. Ας μου συγχωρεθούν τα εισαγωγικά από όσους ενδεχομένως ενοχληθούν αλλά οι πολλές «αντιπαραθέσεις», οι «ανακρίσεις» και οι δήθεν «αποκαλύψεις» που είδαμε όλο αυτό το διάστημα, δεν ενδιαφέρουν παρά μόνον ένα μικρό σύστημα ανθρώπων, που στροβιλίζεται χωρίς προσανατολισμό γύρω από τον εαυτό του. Αν μας έμαθε κάτι αυτή η προεκλογική περίοδος είναι η διολίσθηση όλο και περισσότερων μέσων ενημέρωσης στην απαξίωση από μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, που βλέπει και ακούει κι ας μην εκφράζεται, όχι από αδιαφορία αλλά μάλλον από περιφρόνηση. 

Καλοδεχούμενη η πολυφωνία αλλά για μια ακόμη φορά επαναβεβαιώσαμε πόσο δύσκολο είναι σ’ αυτό τον τόπο να μάθουμε να τοποθετούμε μια τελεία, σε όλα τα επίπεδα: Από τις καφετέριες που φυτρώνουν σαν μανιτάρια, μέχρι τα podcast που έγιναν της μόδας. Και να’ σου οι υποψήφιοι να τρέχουν ο ένας μετά τον άλλο για να αποδείξουν ότι δεν έχουν πρόβλημα να συζητήσουν σε ρυθμούς χαβαλέ και σε επιτηδευμένη κυπριακή διάλεκτο, μεταξύ του «τσιαί» και του «ακατάχνωτα». Και να’ σου μετά στα social media να παίζουν οι ατάκες διεκδικητών του ύπατου αξιώματος, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αγγίζουν τα όρια της φαιδρότητας, κι ας πανηγυρίζουν στα επιτελεία για τα likes και τα shares, με τη ψευδαίσθηση ότι πολλά από αυτά θα μεταφραστούν σε ψήφους στην κάλπη. 

Μια βασική αρχή στη δημοσιογραφία είναι να προσφέρει βήμα σε κάποιον που έχει κάτι να πει. Χρόνο με το χρόνο όμως οδηγούμαστε σε μια στρεβλή αντίληψη που θέλει τη δημοσιογραφία να προσφέρει βήμα σε όποιον κάνει τον περισσότερο θόρυβο, σε όποιον προκαλεί τα περισσότερα engagements στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όχι γιατί έχει κάτι να πει, αλλά για τα ρούχα που βάζει ή για τα ρούχα που βγάζει. Το φαινόμενο δεν είναι κυπριακό και σίγουρα δεν μέμφομαι κανέναν από όσους νομίζουν ότι αυτό που κάνουν είναι δημοσιογραφία. Και είναι αλήθεια ότι σε αυτό τον προεκλογικό πήραμε μαθήματα ήθους από ανθρώπους που υπηρετούν την ενημέρωση από χόμπι, ενώ αντιθέτως υπήρξαν κραυγαλέα παραδείγματα ντροπιαστικής δημοσιογραφίας από επαγγελματίες συναδέλφους. Ευτυχώς όμως όλοι κρινόμαστε, και αυτό είναι το παρήγορο. Εν πάση περιπτώσει, σήμερα είναι «γιορτή της Δημοκρατίας» για όσους την βλέπουν ως τέτοια και δεν είναι απλώς Sunday, όπως επιμένει το ημερολόγιο του κινητού. Από εκεί και πέρα, «ες αύριον τα σπουδαία» όπως λένε οι προγνώστες του πολιτικού και κομματικού παρασκηνίου, που προβλέπουν κακοκαιρία. Μέχρι απόψε θα μάθουμε εάν θα δούμε δημοσκόπους να σχίζουν τα πτυχία τους ή πολιτικούς να σχίζουν τα κεφάλια τους. Καλή ψήφο.