
Η θεωρία της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας», υποστηρίζει ότι όταν ένα άτομο έχει μία ορισμένη άποψη για ένα άλλο άτομο, με το οποίο συνυπάρχει σε ένα χώρο και υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ο δεύτερος εν τέλει συμπεριφέρεται σύμφωνα προς την αντίληψη του πρώτου. Η θετική ανάδραση μεταξύ πεποίθησης-αντίληψης και συμπεριφοράς προκαλεί την πραγμάτωση της πρόβλεψης του υποκειμένου. Αυτός ο νόμος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας είναι πολύ σημαντικός, καθώς οι αντιλήψεις μας, κυρίως αυτές που αφορούν στερεότυπα, επηρεάζουν τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας.
Σύμφωνα με την παιδαγωγική θεωρία των προσδοκιών, ένας εκπαιδευτικός μπορεί να παρακινήσει τον μαθητή για μάθηση αν του καλλιεργήσει την αντίληψη ότι η αποτυχία του δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε εσωτερικούς αμετάβλητους παράγοντες, δηλ. τις ικανότητές του, αλλά σε μεταβλητούς εσωτερικούς παράγοντες, δηλ. την προσπάθεια, εστιάζοντας στα δυνατά του σημεία. Αυτό, ειρήσθω εν παρόδω, μπορεί να καλλιεργηθεί μέσα από μία μακρά, αλλά και ουσιαστική επικοινωνία διδάσκοντος και διδασκομένου, η οποία ενίοτε περνά μέσα από ποικίλες διακυμάνσεις. Στην ανθρώπινη επικοινωνία δεν υπάρχει μονοδιάστατα η λεκτική επικοινωνία, αλλά λαμβάνουν χώρο και τα λεγόμενα παραγλωσσικά στοιχεία, όπως λ.χ. ο τόνος, η ένταση, η ποιότητα της φωνής, το ύφος, καθώς και τα εξωγλωσσικά στοιχεία, λ.χ. εκφράσεις του προσώπου, κινήσεις ή χειρονομίες, αισθήματα κ.α.. Αυτά τα στοιχεία δίνουν μια επιπρόσθετη γνώση για τους ομιλητές, απαραίτητη για τη σωστή πρόσληψη και κατανόηση του γλωσσικού μηνύματος.
Η στάση του σώματος, λ.χ., είναι παραδεκτό ότι μεταδίδει πολλά μηνύματα πέρα από τη λεκτικό μέρος της επικοινωνίας. Η κίνηση του κεφαλιού, ας πούμε με ένα νεύμα κατάφασης και ήχοι όπως το γέλιο αναδεικνύουν μια θετική υποδοχή. Ακόμη, οι εκφράσεις του προσώπου και οι κινήσεις των χεριών «μιλούν» χωρίς λέξεις.
Υπό το καθεστώς των εξετάσεων η φυσιολογική αυτή αλληλεπίδραση δε γίνεται τόσο ουσιαστικά, κάποια στοιχεία επικοινωνίας παρακάμπτονται, καθώς ο διδάσκων ή η διδάσκουσα καταλαμβάνεται από το άγχος να παραδώσει την ύλη και ο μαθητής να την «απορροφήσει». Η αλλοτινή διάδραση και ανταλλαγή συναισθημάτων θετικών για τη δημιουργία ενός κλίματος δεκτικότητας παραδίδει τη θέση της στο στρες, την πίεση και τη μηχανική μάθηση.
Το δε πιο απογοητευτικό είναι όταν τα παιδιά βλέπουν μέσα από ένα αριθμό –τον βαθμό– όλη την προσπάθειά τους για ένα ολόκληρο τετράμηνο να ματαιώνεται ή να ακυρώνεται, καθώς τη στιγμή της εξέτασης πολλά παιδιά είτε από υπερβολικό άγχος είτε από κεκτημένη ταχύτητα, συχνά, δεν αποδίδουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Ως αποτέλεσμα, οι θετικές προσδοκίες που καλλιέργησαν με τον/την εκπαιδευτικό τους και η ενίσχυση της αυτοεικόνας και της αυτοπεποίθησής τους μπορεί να αναιρεθούν εντελώς και να χρειαστεί μεγάλη παραίνεση και ενθάρρυνση για να ξαναπροσπαθήσουν, όταν, μάλιστα, μέσα στην ίδια χρονιά χωρίς παρέλευση αρκούντος χρόνου καλούνται να παρακαθήσουν σε μια άλλη σειρά εξετάσεων.
Σύμφωνα με τη μέθοδο Μοντεσσόρι, ένα καλά γνωστό εκπαιδευτικό σύστημα που αναπτύχθηκε από την παιδαγωγό Μαρία Μοντεσσόρι και εφαρμόζεται σε περίπου 60.000 σχολεία σε όλο τον κόσμο (κυρίως ΗΠΑ, Γερμανία, Κάτω Χώρες και Ηνωμένο Βασίλειο), η παιδαγωγική ερείδεται στην ανεξαρτησία, στην ελευθερία επιλογής της εκπαιδευτικής τους πορείας –εντός κωδικοποιημένων ορίων– και στον σεβασμό της φυσικής σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής ανάπτυξης του παιδιού. Θεμελιώδες στοιχείο για το μοντέλο Μοντεσσόρι είναι τα παιδιά και οι ενήλικες να δεσμευτούν, ώστε να οικοδομήσουν τον δικό τους χαρακτήρα μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον τους.
Η μέθοδος Μοντεσσόρι είναι μια διαφορετική μέθοδος εκπαίδευσης που επικεντρώνεται στην ανάπτυξη των παιδιών κι όχι στην εκμάθηση. Με άλλα λόγια, δε δίνει έμφαση στις εξετάσεις ή τους βαθμούς ούτε αξιολογεί τα παιδιά ανάλογα με τις επιδόσεις τους. Εν τοις πράγμασι ο στόχος της είναι να δημιουργήσει παιδιά ώριμα και κοινωνικά.
Θέλοντας να προκαταλάβω τους σκεπτικιστές του μοντέλου αναφέρω ότι τα παιδιά που ακολουθούν τη μέθοδο Μοντεσσόρι, αποδεδειγμένα, έχουν καλύτερη απόδοση από αυτά που ακολουθούν την παραδοσιακή μέθοδο διδασκαλίας. Διότι συνδράμει να αγαπούν τη μάθηση και όχι να τη βλέπουν σαν βάρος και διαδικασία που αδημονούν να αποπερατωθεί.
Το εξετασιοκεντρικό σύστημα
Η γνώση είναι σημαντική, αλλά πρέπει να είναι λειτουργική και να μπορεί να αξιοποιείται κατάλληλα. Το εξετασιοκεντρικό σύστημα αναγκάζει τον μαθητή/ τρια, δύο φορές τον χρόνο να μπαίνει στη διαδικασία μιας αγχογόνου κατάστασης, όπου μαθαίνει μηχανικά και απομακρύνεται από το κοινωνικό του περιβάλλον, κάτι που στερεί τη φυσιολογική ανάπτυξη και τη θετική στάση ακόμη για τη μάθηση, καθώς μετατρέπεται σε «πεζοναύτη» που επιστρατεύεται για να πετύχει ένα βαθμό, ο οποίος εν τέλει δεν είναι η ουσία της μάθησης. Η επανάληψη αυτής της διαδικασίας μπορεί να σκοτώσει ακόμη και τη φυσική ροπή προς τη μάθηση. Αντίθετα, η μέθοδος Μοντεσόρι καλλιεργεί την έφεση προς τη μάθηση και την εξερεύνηση, θέτοντας στο επίκεντρο το ίδιο το παιδί και τις ανάγκες του, χωρίς εξαναγκασμό.
*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός
maria.chatzinicola@gmail.com