Ένας Ελλαδίτης μοιράζεται τον συγκλονισμό και τις ανησυχίες του για την απαξίωση της πολιτικής και των εκλογών από τους νέους της Κύπρου

Το κείμενο αυτό ξεκίνησε να γράφεται λίγες μέρες πριν την ολοκλήρωση των προεδρικών εκλογών και επομένως δεν αφορά στο αποτέλεσμά τους, στον νικητή και τους ηττημένους ή στην προεκλογική ρητορική.

Ζώντας στην Κύπρο τα τελευταία τέσσερα χρόνια και έχοντας μελετήσει όσο πιο διεξοδικά μπορώ την ιστορία αυτού του τόπου, μια διαδικασία που είναι δυναμική και δεν σταματάει ποτέ, και βασιζόμενος φυσικά και στην προσωπική μου θεώρηση για την Ιστορία, βρήκα ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα τη συγκυρία ετούτη. Θα είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από κοντά την εκλογική διαδικασία εκ του σύνεγγυς. Θα μπορούσα, κυρίως, να λαμβάνω τον παλμό από την ίδια την κοινωνία, μέσω των άμεσων συναναστροφών μου. Σε αυτή τη διαδικασία, μπορεί κάποιος πολύ εύκολα να καταλάβει πως τα συμπεράσματα δεν βασίζονται επ’ ουδενί σε μία επιστημονική ανάλυση. Ο παλμός ενός εκλογικού σώματος είναι μια απόλυτα υποκειμενική αίσθηση, που μόνο ερεθίσματα για προβληματισμό μπορεί να δώσει και όχι να οδηγήσει σε ακλόνητα συμπεράσματα. Παρόλα αυτά, κάθε επιστημονική μέθοδος χρειάζεται τις υποθέσεις που προσφέρει η παρατήρηση, για να μπορεί να κατευθυνθεί προς την απόδειξη.

Μια Κυριακή στο τραπέζι

Μια εβδομάδα πριν από τις εκλογές, βρισκόμενος σε ένα κυριακάτικο τραπέζι, απηύθυνα προς όλους μία ερώτηση, βάζοντας στη συζήτηση τις εκλογές, που θα περίμενα να ήταν ένα από τα κυρίαρχα θέματα της συζήτησης αλλά παραδόξως δεν ήταν, ζητώντας να μάθω ποιοι θα πήγαιναν να ψηφίσουν την επόμενη Κυριακή. Η ερώτηση απευθυνόταν σε οκτώ άτομα, δυνητικά ψηφοφόρους, με πλήρη πολιτικά δικαιώματα και ηλικίες που κυμαίνονταν από 25 μέχρι τα 85 ετών. Η απάντηση που έλαβα επιβεβαίωσε κάτι που υποπτευόμουν. Οι δύο ηλικιωμένοι και μία γυναίκα άνω των 50 ετών ψήφιζαν σταθερά και δήλωσαν πως θα πήγαιναν και τώρα να ψηφίσουν. Οι υπόλοιποι, όλοι κάτω των 35 ετών, δεν ενδιαφέρονταν και δεν είχαν ψηφίσει ποτέ, σε καμία εκλογική αναμέτρηση ως τώρα. Μου είχε φανεί σοκαριστικό όταν είχα ακούσει πως στην Κύπρο δεν εγγράφεται κάποιος αυτόματα στους εκλογικούς καταλόγους με τη συμπλήρωση του 18ου έτους, αλλά πρέπει ο ίδιος να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη διαδικασία – έστω και απλή – για να ενταχθεί στους εκλογικούς καταλόγους και να αποκτήσει το δικαίωμα του “εκλέγειν”. Με την απαξίωση της πολιτικής, σαφώς το μεγαλύτερο “κατόρθωμα” των πολιτικών διαχρονικά, οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι που γνωρίζω στην Κύπρο – όλοι τους με άποψη για τα πράγματα και προσωπικές ανησυχίες – δεν ασχολούνται καν με την πολιτική, εκφράζοντας αυτή την απαξίωση με την αποχή από την ίδια την εκλογική διαδικασία. Όσοι ασχολούνται, έχουν μία μικρή ή μεγαλύτερη σχέση με κάποιο από τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα είτε οι ίδιοι είτε μέσω οικογενειακών δεσμών.

Αυτή η κατάσταση είναι σαφώς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του παλαιοκομματισμού και συντελεί στη διατήρησή του. Η νέα γενιά, που αισθάνεται χωρίς φωνή, απλούστατα απέχει από τις θεσμικές διαδικασίες, με τις αβάντες του νόμου και όποιος απέχει από τις εκλογές, δεν ασχολείται καθόλου με αυτές. Δεν ενθαρρύνεται ώστε να πολιτικοποιηθεί και ανακυκλώνεται και τελικά διατηρείται έτσι αυτή η απαξίωση της πολιτικής. Όλοι μιλάνε για το μέλλον, αδιαφορώντας για την άποψη εκείνων που – δυστυχώς για εμάς τους μεγαλύτερους και τον άτιμο τον πανδαμάτωρα χρόνο – το μέλλον αυτό τους αφορά περισσότερο. Η απαξίωση της πολιτικής, που είναι η βάση αυτού του φαινομένου, έχει οδηγήσει τις νεότερες γενιές να μην φοβούνται καν – παραφράζοντας τους στίχους του Γιάννη Καλαμίτση – για “όλα αυτά που θα γίνουν για αυτούς, χωρίς αυτούς”. Παραίτηση και υποταγή. Πλάνη και οργή. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται βολικά για εκείνον που δεν θέλει να αλλάξει.

Φυσικά δεν είναι αυτός ο ιδιότυπος αποκλεισμός ο κύριος λόγος της απαξίωσης της πολιτικής. Όπως είχε πει και ο Σόιμπλε με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, το 2015: “Δηλαδή τι περιμένατε, να αλλάξουν τα πράγματα επειδή έγιναν εκλογές;”. Ένας λαός δεν μπορεί να έχει δική του βούληση, να αποφασίζει για το μέλλον του και να διεκδικεί μια καλύτερη ζωή. Η πολιτική κατάντησε να μην έχει καμία αξία ως προς το βασικό της σκέλος, εκείνο της λαϊκής βούλησης, παρά μόνο ως προς εκείνο της επιβολής της. Ακριβώς αυτό που συνέβη στην Ελλάδα, εισερχόμενη σε μία περιπέτεια χρέους, όταν αυτό ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που προέβλεπε το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα “διάσωσης”. Πολιτικές αποφάσεις επιβάλλανε ένα οικονομικό πρόγραμμα που διέλυσε μια κοινωνία με μικρότερο χρέος από το σημερινό, όπου άλλες πια πολιτικές αποφάσεις το αποδέχονται σήμερα ως βιώσιμο.         

Θα μπορούσε η Κύπρος…

Η Κύπρος θα μπορούσε να έχει μια από τις πιο ανεπτυγμένες συμμετοχικές δημοκρατίες στον κόσμο. Είναι μια χώρα μικρή σε πληθυσμό και το εκλογικό σύστημα είναι περισσότερο δημοκρατικό από χώρες όπως η Ελλάδα. Η ψήφος είναι αναλογική, εφόσον έχει την ίδια αποτύπωση, απουσία εκλογικών συστημάτων στα οποία αρκεί ένα κόμμα με το 40% των ψήφων να λαμβάνει το 60% των εδρών του κοινοβουλίου. Θα ήταν περισσότερο αποδεκτή μία στάση αποδοκιμασίας μέσω της αποχής σε χώρες σαν την Ελλάδα – αν και αυτό θα με έβρισκε πάλι αντίθετο, εφόσον η αποχή δεν επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα – καθώς η ψήφος εκείνου που ψηφίζει το πρώτο κόμμα έχει μεγαλύτερη δύναμη από την ψήφο εκείνου που πηγαίνει σε κάποιο άλλο (από 20% έως 30% ανάλογα με τον εκλογικό νόμο που είναι σε ισχύ). Αντιθέτως, το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών στην Κύπρο αποτυπώνεται απολύτως στις έδρες της Βουλής, ενώ ο Πρόεδρος εκλέγεται με την απόλυτη πλειοψηφία.

Η φύση του ίδιου του πολιτεύματος απαιτεί συναινέσεις κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας και επομένως θεωρητικά καλύτερο έλεγχο και περισσότερη διαύγεια. Ως εκ τούτου, είναι κατόρθωμα του πολιτικού κατεστημένου αυτή η απαξίωση και η αίσθηση του μοιραίου που έχει περάσει στους νέους ανθρώπους. Και φυσικά είναι κρίμα αν αναλογιστεί κάποιος ότι το μέγεθος του εκλογικού σώματος θα επέτρεπε τη συχνή διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα, ιδιαιτέρως με τη χρήση της τεχνολογίας, που θα μπορούσαν να καταστήσουν την Κύπρο το σύγχρονο μοντέλο της άμεσης δημοκρατίας. Ένας ενεργός πολίτης δυσκολότερα χειραγωγείται και μέσω της ενθάρρυνσης για συμμετοχή στα κοινά είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη της διαφθοράς και του νεποτισμού.  

Οι ευθύνες της Αριστεράς

Πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτό; Το βέβαιο είναι πως η στάση των παραδοσιακών κομμάτων είναι η κύρια τροχοπέδη προς μια τέτοια αλλαγή. Το ερώτημα είναι αν αυτό γίνεται συνειδητά ή όχι. Εκ του αποτελέσματος θα συμπέραινε κανείς ότι είναι πολύ βολικό για να είναι ακούσιο αλλά θα το άφηνα ανοιχτό. Μέσα από το προσωπικό ιδεολογικό πρίσμα που βλέπω τα πράγματα, δεν θα μπορούσα παρά να καταλογίσω μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για αυτή την απαξίωση της πολιτικής, στην Αριστερά – και παραμερίζω για τον λόγο αυτό τις ενστάσεις που έχω για οτιδήποτε αυτοπροσδιορίζεται σήμερα ως Αριστερά στην Κύπρο ή και αλλού. Η Αριστερά θα έπρεπε ντε φάκτο να ταυτίζεται με την Πρωτοπορία, τον Εκσυγχρονισμό και την Πρόοδο. Αντ’αυτού, σήμερα τα περισσότερα ευρωπαϊκά κόμματα που προέρχονται από την Αριστερά ή που συνεχίζουν να προσδιορίζονται ως τέτοια, έχουν εγκλωβιστεί σε μία επιβαλλόμενη νομοτέλεια και έχουν ήδη ηττηθεί στο μέτωπο της αμφισβήτησης ενός απάνθρωπου συστήματος. Οι νέοι θα περίμεναν από αυτή την Αριστερά να τους εκφράσει για να παλέψουν για μια καλύτερη ζωή, για να έρθουν αντιμέτωποι με εκείνα που θέλουν να αλλάξουν για μια καλύτερη ζωή.   

Σε εκείνο το κυριακάτικο τραπέζι που αναφέρθηκα νωρίτερα, βρίσκονταν τέσσερα νέα παιδιά, που ενώ εργάζονται, αμείβονται με μισθό που μετά βίας θα έφτανε για να νοικιάσουν ένα δυάρι στη Λεμεσό. Χρειάζεται να επιστρατεύσω όλη μου τη φαντασία για να δω πώς θα μπορούσαν αυτοί οι νέοι άνθρωποι να δημιουργήσουν μια νέα οικογένεια και να προσφέρουν στα παιδιά τους τουλάχιστον όσα προσέφεραν σε εκείνους οι δικοί τους. Η πολιτική απαξίωση έρχεται ως το επιστέγασμα σε αυτή την κατάσταση και η Αριστερά, που ως εκ θέσεως θα έπρεπε να είναι ο εκφραστής τους, αδυνατεί να εμπνεύσει τους λιγότερο προνομιούχους και να δώσει όραμα στους νέους που αγωνίζονται.

Η επικίνδυνη στροφή στην απολιτίκ στάση

Αν αναζητούσα το κυρίαρχο συμπέρασμα από τις εκλογές, είναι η τάση των νέων να απέχουν από τη διαδικασία. Και επαφίεται στους ίδιους τους πολιτικούς να υποστούν το όποιο πολιτικό κόστος και να κάνουν πάλι ελκυστική την πολιτική στους νέους ανθρώπους. Οι αριθμοί, όπως τους ανακοίνωσε ο Γενικός Έφορος των Προεδρικών Εκλογών, είναι ένδειξη μιας κοινωνίας που οδηγείται σε μία επικίνδυνα απολιτίκ στάση, και προβάλλοντάς τους στο μέλλον θα μπορούσαν να είναι καταστροφικοί για κάθε δημοκρατία.

Με τις εκτιμήσεις του Ιανουαρίου, περίπου 172.000 εκλογείς έχουν δικαίωμα εγγραφής στους καταλόγους και δεν το έχουν κάνει, ενώ από αυτούς περίπου οι 72.000 είναι νέοι ηλικίας 18 με 15 ετών. Θα συνιστούσα σε όποιον αρέσκεται σε αναλύσεις και προβλέψεις να κάνει την άσκηση και να δει ποια θα είναι η κατάσταση σε μια δεκαετία, λαμβάνοντας υπόψη του τις πληθυσμιακές τάσεις αλλά και την πολιτική απαξίωση ως σταθερές, πράγμα δύσκολο για το δεύτερο, που δείχνει να αυξάνεται. Αυτό που έβγαλα προσωπικά με σόκαρε.

* Συνεργάτης του Φιλελεύθερου