
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή οι εργοδότες, υπό το πρόσχημα της έλλειψης εργατικού δυναμικού, διεκδικούν από την Κυβέρνηση νέες άδειες για απασχόληση ξένων εργατών από τρίτες χώρες.
Αυτό έγινε και φέτος, με τον τέως υπουργό Εργασίας, Κυριάκο Κούσιο, να διαφοροποιεί μονομερώς την Στρατηγική Απασχόλησης, με τρόπο που να ικανοποιείται το αίτημα των εργοδοτών.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε την οργή και την απαρέσκεια του συνδικαλιστικού κινήματος, γιατί δεν ήταν προϊόν κοινωνικού διαλόγου (ως είθισται), στα πλαίσια του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος και ως εκ τούτου χαρακτηρίστηκε ως πισώπλατη μαχαιριά στο σώμα της τριμερούς συνεργασίας.
Οι ανάγκες που επικαλούνται οι εργοδότες αφορούν κυρίως την ξενοδοχειακή βιομηχανία και τον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα.
Όταν μιλούν οι αριθμοί
Σε αυτή τη συζήτηση, ευθύς εξ’ αρχής πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί ένα ερώτημα: Πόσους ξένους εργάτες από τρίτες χώρες χρειάζεται η κυπριακή οικονομία; Ήδη, μεταξύ των ετών 2016 -2021 η απασχόληση υπηκόων από τρίτες χώρες αυξήθηκε από το 7,1% στο 11% της συνολικής απασχόλησης. Το 2016 ο αριθμός αυτών των υπηκόων ήταν 25.984 και το 2021 αυξήθηκαν στις 47.667.
Δεν μπορούν αυτοί οι αριθμοί να αυξάνονται συνεχώς χωρίς φραγμό και όρια. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι ανειδίκευτοι και η αλόγιστη αύξησή τους δημιούργησε ήδη τεράστια προβλήματα στην εθνική παραγωγικότητα της χώρας. Μπορεί να υπάρχουν ανάγκες εργατικού δυναμικού σε κάποιους τομείς, όμως αυτές δεν μπορούν να καλύπτονται συνέχεια και συνέχεια μόνο με την εισαγωγή εργατών από τρίτες χώρες. Να διασυνδεθεί το θέμα με την αξιοποίηση νόμιμων μεταναστών ή και με τους λήπτες Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, αρκετοί από τους οποίους μπορούν να καλύψουν ανάγκες.
Διάβρωση ανταγωνιστικότητας
Επανερχόμενοι στο θέμα της απασχόλησης στην ξενοδοχειακή βιομηχανία, έχουμε
την ισχυρή άποψη πως, στα πλαίσια της αναβάθμισης του τουριστικού μας προϊόντος, θα πρέπει να προχωρήσουμε χωρίς άλλη καθυστέρηση στην πλήρη στελέχωση της τουριστικής και ιδιαίτερα της ξενοδοχειακής βιομηχανίας, με ντόπιο προσωπικό καλά καταρτισμένο, που θα μπορεί να προσφέρει με αξιώσεις το κυπριακό τουριστικό προϊόν και να προάγει τις αρχές της πατροπαράδοτης κυπριακής φιλοξενίας. Πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό, που δεν μπορούν να το προσφέρουν οι αλλοδαποί που στελεχώνουν τα ξενοδοχεία.
Εδώ και αρκετά χρόνια υποστηρίζουμε τις πιο πάνω απόψεις, που είναι απόψεις αρχής και ουσίας, γιατί αφενός εμπιστευόμαστε το ντόπιο εργατικό δυναμικό και αφετέρου γιατί είναι αποδεδειγμένο πλέον πως η αλόγιστη απασχόληση μεγάλου αριθμού αλλοδαπών εργατών στην ξενοδοχειακή βιομηχανία συνέβαλε ήδη στην υποβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών και στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος.
Η θέση αυτή, που τεκμηριώνεται με πολλούς τρόπους και διατυπώθηκε κατά καιρούς και από εκπροσώπους της εργοδοτικής πλευράς, που απέδωσαν τη μειωμένη παραγωγικότητα του ξενοδοχειακού κλάδου στην απασχόληση μεγάλου αριθμού αλλοδαπών – ανειδίκευτων εργατών.
Χαμηλοί μισθοί
Η θέση των ξενοδόχων ότι δεν βρίσκουν ντόπιο προσωπικό είναι ψευδής, παραπλανητική και στερείται σοβαρής τεκμηρίωσης. Ο λόγος που δεν βρίσκουν ντόπιο προσωπικό είναι γιατί δεν πληρώνουν καλούς μισθούς.
Δυστυχώς, στην Κύπρο οι εργαζόμενοι στα ξενοδοχεία λαμβάνουν μισθούς φτώχειας. Με βάση τα αποτελέσματα της Έρευνας Εργατικού Κόστους, που πραγματοποιήθηκε από τη Στατιστική Υπηρεσία, προκύπτει ότι το ωριαίο εργατικό κόστος στα ξενοδοχεία ήταν €7.30 μεικτά, ενώ στο σύνολο της οικονομίας είναι €18.10. Τα €7.30 ανά ώρα είναι το χαμηλότερο ωριαίο εργατικό κόστος σε ολόκληρη την οικονομία.
Τα στοιχεία αυτά, που δεν επιδέχονται καμιάς αμφισβήτησης, καταρρίπτουν τον μύθο των εργοδοτών της ξενοδοχειακής βιομηχανίας, σύμφωνα με τον οποίο το ψηλό εργατικό κόστος διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα του τομέα.
Ουδέν τούτου αναληθέστερον.
Αν μελετήσει κάποιος με προσοχή τα ευρωπαϊκά στοιχεία, θα δει πως άλλοι τουριστικοί προορισμοί, που είναι ανταγωνιστικοί προς την Κύπρο, όπως είναι π.χ. Ελλάδα, Ισπανία, Κροατία, Μάλτα, Πορτογαλία, Σλοβενία, προσφέρουν καλύτερες αμοιβές στους εργαζόμενους στα ξενοδοχεία και διατηρούν ικανοποιητική ανταγωνιστικότητα.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό επιτέλους από τους εργοδότες πως η διαβρωμένη ανταγωνιστικότητα της ξενοδοχειακής βιομηχανίας δεν οφείλεται στο εργατικό κόστος, ούτε και στην ΑΤΑ, αλλά στη χαμηλή παραγωγικότητα, η οποία μειώνεται συνεχώς, λόγω και της αλόγιστης απασχόλησης αλλοδαπών εργαζομένων στη βιομηχανία. Οι οποίοι βέβαια, σε μεγάλο ποσοστό δεν μπορούν ούτε να παράξουν ποιοτικό προϊόν, ούτε και να το προωθήσουν προς τους τουρίστες με αποτελεσματικό τρόπο.
Εδώ ακριβώς κρύβεται η ανταγωνιστική αδυναμία του τομέα και όχι στους μισθούς, οι οποίοι πρέπει να βελτιωθούν.
Λίγα λόγια -με στοιχεία- για την κερδοφορία ξενοδόχων
Ο λόγος που οι ξενοδόχοι δεν πληρώνουν καλούς μισθούς δεν είναι γιατί δεν μπορούν, αλλά γιατί δεν θέλουν. Η κερδοφορία τους (ακόμα και μεσούσης της χρηματοοικονομικής κρίσης της περιόδου 2011 – 2013), ακολουθεί διαρκή και συνεχή ανοδική πορεία.
Όπως προκύπτει από την Έρευνα Υπηρεσιών και Μεταφορών, που επίσης εκπονείται από τη Στατιστική Υπηρεσία, το λειτουργικό πλεόνασμα του τομέα «Δραστηριότητες Υπηρεσιών Παροχής Καταλύματος και Υπηρεσιών Εστίασης» (δηλαδή τα κέρδη), από €207.5 εκ. που ήταν το 2010, αυξήθηκαν στα €407.1 εκ. το 2017. Δηλαδή, από το 2010 στο 2017 η κερδοφορία του τομέα αυξήθηκε κατά 96.19%, ενώ τα επόμενα χρόνια μέχρι σήμερα, τα πράγματα ήταν ακόμα πολύ καλύτερα για τους ξενοδόχους, οι οποίοι στο μεσοδιάστημα απολαμβάνουν από το μόνιμα ελλειμματικό κράτος και άλλου είδους διευκολύνσεις, όπως είναι π.χ. φορολογικές ελαφρύνσεις, πολεοδομικές χαλαρώσεις, άλλου είδους νομιμοποιήσεις παρανομιών, κλπ.
Αυτή την ώρα, οι ξενοδόχοι καλούνται συγκεκριμένα να κάνουν τα εξής τρία πράγματα:
(α) να απασχολήσουν Κύπριους, αναβαθμίζοντας στον μέγιστο δυνατό βαθμό την κυπριακή φιλοξενία.
(β) να εφαρμόσουν τις συλλογικές συμβάσεις, ώστε να αποτρέπονται οι μισθολογικές αδικίες και ανισότητες, όπως ξεκάθαρα καταγράφεται για την Κύπρο και σε ειδική μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και
(γ) να περιορίσουν την αδήλωτη εργασία, που πλεονάζει στον τομέα και αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα κοινωνικά ταμεία.
Οι εργοδότες του κλάδου, οι οποίοι συνήθισαν να στοιβάζουν κέρδη και να ζουν μόνιμα με το χέρι ανοικτό προς το κράτος, προς διακονία, πρέπει να αντιληφθούν επιτέλους πως η αξιοποίηση του ντόπιου προσωπικού αποτελεί την καλύτερη επένδυση που μπορεί να γίνει αυτή την ώρα για αναβάθμιση του τουριστικού μας προϊόντος. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να αξιοποιηθεί με τον πλέον καλύτερο τρόπο και το Ανώτερο Ξενοδοχειακό Ινστιτούτο (ΑΞΙΚ) και οι απόφοιτοι του να τυγχάνουν ποιοτικής απασχόλησης με καλές απολαβές και όχι με ψευδομισθούς.
Η Κύπρος δεν είναι μόνο ήλιος και θάλασσα. Είναι και οι άνθρωποι της, οι οποίοι πρέπει να αξιοποιηθούν επαρκώς – ποσοτικά και ποιοτικά.
Υ.Γ.1:- Η Έρευνα Εργατικού Κόστους είναι από τις μεγαλύτερες που εκπονεί η Στατιστική Υπηρεσία. Εκπονείται κάθε 4 χρόνια και ως πρώτη ύλη χρησιμοποιούνται αριθμητικά στοιχεία και άλλα δεδομένα, που δίνουν στην υπηρεσία οι ίδιοι οι εργοδότες. Επομένως, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να τα αμφισβητούν. Η τελευταία έρευνα αφορά το 2020 και δημοσιοποιήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Υ.Γ.2:- Το κράτος να δίνει ωφελήματα στους ξενοδόχους, π.χ. χαλαρώσεις, φοροελαφρύνσεις κλπ, ανάλογα με τον αριθμό των Κυπρίων που εργοδοτούν. Μόνο έτσι θα επανέλθει το τρένο στις σωστές ράγες…
Υ.Γ.3:- Υπάρχουν καλοί και αξιοπρεπείς ξενοδόχοι, που τιμούν την υπογραφή τους στη συλλογική σύμβαση του κλάδου. Είναι οι φωτεινές εξαιρέσεις…
* Υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ