Ντμίτρι Μουράτοφ, (φωτό), Ρώσος νομπελίστας δημοσιογράφος, εξέφρασε στο BBC τη μεγάλη ανησυχία του ως προς το μέχρι πού μπορεί να τραβήξει το σχοινί του πολέμου και την οξεία αντιπαράθεσή του με τη Δύση ο Βλαντίμιρ Πούτιν. «Δύο γενεές έχουν ζήσει εν ειρήνη, χωρίς την απειλή ενός πυρηνικού πολέμου», είπε στον ανταποκριτή του BBC στη Μόσχα, Στιβ Ρόζενμπεργκ. «Αλλά αυτή η περίοδος τέλειωσε. Θα πατήσει το πυρηνικό κουμπί ο Πούτιν; Κανείς δεν ξέρει…».
Το ερώτημα πλανάται από την πρώτη στιγμή που ο Ρώσος πρόεδρος κήρυξε πόλεμο και εισέβαλε στην Ουκρανία για να κατακτήσει και να προσαρτήσει εδάφη της. Πριν από περίπου έναν μήνα έσπασε τη συμφωνία που είχε επί χρόνια με την Αμερική για μη χρήση πυρηνικών. Και δεν πάνε πολλές μέρες που ο Ρώσος πρόεδρος, απόλυτος άρχων της χώρας του και δίχως ούτε ψήγματος αντιπολιτευτικής φωνής, ανακοίνωσε τα σχέδιά του για εγκατάσταση τακτικών πυρηνικών όπλων στην γειτονική και συμμαχική του Λευκορωσία. Λίγο μετά την ανακοίνωση αυτή, ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες και συμβούλους του, ο Νικολάι Πατρούσεφ, προειδοποίησε ότι η Ρωσία διαθέτει ένα «σύγχρονο και μοναδικό όπλο, το οποίο είναι ικανό να καταστρέψει οποιονδήποτε εχθρό, συμπεριλαμβανομένης και της Αμερικής».
«Είναι μπλόφα ή βόμβα αυτό;», αναρωτιέται ο Ρόζενμπεργκ, πασάροντας το δραματικό ερώτημα στον κάτοχο του Νόμπελ Ειρήνης δημοσιογράφο. Ο Μουράτοφ απαντά, επισημαίνοντας κατ’ αρχάς μερικές «ανησυχητικές ενδείξεις» που έχει ο ίδιος εντοπίσει, ζώντας στη Ρωσία.
«Βλέπουμε πώς η κρατική προπαγάνδα προετοιμάζει τον κόσμο να αρχίσει να σκέφτεται ότι τελικά ο πυρηνικός πόλεμος δεν είναι κακό πράγμα. Στα τηλεοπτικά κανάλια εδώ, ο πυρηνικός πόλεμος και τα πυρηνικά όπλα προωθούνται σαν να πρόκειται για διαφήμιση ζωοτροφών», λέει ο δημοσιογράφος. Και συνεχίζει:
«Περιγράφουν κάθε πύραυλο που διαθέτουν. Μιλάνε για στόχευση της Βρετανίας και της Γαλλίας. Λένε ότι θα προκαλέσουν ένα πυρηνικό τσουνάμι που θα εξαλείψει πλήρως την Αμερική. Γιατί τα λένε αυτά νομίζετε; Μα για να προετοιμάσουν τον κόσμο προφανώς!».
Εβάν Γκέρσκοβιτς, Αμερικανός δημοσιογράφος της εφημερίδας «The Wall Street Journal», έμπειρος ρεπόρτερ στη Ρωσία, συνελήφθη στη διάρκεια αποστολής του στην Αγία Αικατερίνη ως ύποπτος κατασκοπείας από τις Αρχές του καθεστώτος. Η εφημερίδα εξέφρασε «βαθιά ανησυχία» για την ασφάλειά του, και κατηγορηματικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Ρώσων. Το Κρεμλίνο, όμως, ισχυρίζεται ότι ο Αμερικανός ρεπόρτερ «πιάστηκε στα πράσα», χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, παρά μόνο ότι οι μυστικές υπηρεσίες «σταμάτησαν παράνομες δραστηριότητές του» και ότι ο ρεπόρτερ «δρούσε κατόπιν αμερικανικών οδηγιών, συλλέγοντας κρατικά μυστικά».
Η τελευταία ανταπόκριση του Γκέρσκοβιτς αυτήν την εβδομάδα για την εφημερίδα του, μια από τις πιο έγκυρες και σημαντικές στην Αμερική, αναφερόταν στη φθίνουσα πορεία της ρωσικής οικονομίας, καθώς, επίσης, στο πώς το Κρεμλίνο προσπαθούσε από τη μία να διαχειριστεί τις όλο και πιο φουσκωμένες στρατιωτικές δαπάνες και ταυτόχρονα να διατηρεί και τις κοινωνικές του δαπάνες (μισθούς, συντάξεις, περίθαλψη, επιδόματα, κ.λπ.).
Εάν βρεθεί ένοχος σε δίκαιη δίκη (κάτι που στη Ρωσία μάλλον μοιάζει με ειρωνική προϋπόθεση), η μάξιμουμ ποινή που προβλέπεται είναι φυλάκιση 20 ετών. Όπως επισημαίνει το BBC, ακόμα και πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος εκεί ήταν όλο και πιο δύσκολη. Ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι από τη Δύση χαρακτηρίζονταν αμέσως «ξένοι πράκτορες» από τη Μόσχα και απελαύνονταν. Αυτό συνέβη και με την ανταποκρίτρια του BBC στη Ρωσία, Σάρα Ρέινσφορντ.
Αυτήν τη στιγμή, είναι ελάχιστοι οι ρεπόρτερ που εκπροσωπούν δυτικά ΜΜΕ στην Ρωσία. Οι περισσότεροι από τους λίγους που έχουν απομείνει έχουν ξεχωρίσει για τις φιλορωσικές τους ανταποκρίσεις και έχουν χάσει την αξιοπιστία τους.