Της Δένας Αναξαγόρου Τουμαζή

Εκείνη τη χρονιά η Αγία Εβδομάδα με είχε βρει σε ξένη χώρα. Κρύος και βροχερός καιρός, εντούτοις οι νάρκισσοι, οι καμπανούλες και τα δέντρα ήταν ανθισμένα στους κήπους και στα πάρκα. Οι βιτρίνες των καταστημάτων και των ζαχαροπλαστείων ήταν διακοσμημένες με κουνελάκια, στεφάνια, μεταξωτές κορδέλες, καλαθάκια με σοκολατένια αυγά και κοτούλες. Μα το πολύχρωμο χαρούμενο σκηνικό δεν μπορούσε να αναπληρώσει μέσα μου το κενό που άφηνε η χαρμολύπη της Ελληνικής Ορθόδοξης Αγίας Εβδομάδας. Γραμμένες στο ασυνείδητό μου ήταν η ευωδιά των ανθών και των κρίνων, μυρωδιές από φλαούνες, κουλούρια, τσουρέκια και οι πυρωμένοι φούρνοι. Βυζαντινές μελωδίες και ψαλμωδίες που ξεχύνονται από τους ναούς, ανεβάζοντάς μας στα ουράνια.

Μες στη μοναξιά της γκρίζας μεγαλούπολης στον νου μου παρελαύναν λατρευτές εικόνες από τη γιαγιά και άλλες γριούλες που έραβαν με ευλάβεια σε μια θήκη μαξιλαριού φυλλαράκια ελιάς για να τ’ αφήσουν την Κυριακή των Βαΐων στην εκκλησία, ώστε να ευλογηθούν και να «καπνίζουν» -να θυμιατίζουν- με αυτά όλο τον χρόνο, «να πάει πάσαν κακόν εις τα άρκα όρη». Απέξω η γιαγιά κεντούσε τα αρχικά της Δ. Χ. ενώ έγραφε ολογράφως με μελάνι το όνομά της, Δέσποινα Χριστοφόρου. Η αγιασμένη ελιά της Κυριακής των Βαΐων, με την οποία μας κάπνιζε καθημερινά, αποτελούσε αναπόσπαστη μυρωδιά του σπιτιού μας.

Την άνοιξη καθόμασταν κάτω από τα λεμονόδεντρα, στην πίσω αυλή, όπου άπλωνε σεντόνια και «εσώρευκεν» τους ανθούς με τους οποίους στηνόταν η επιχείρηση αποστάγματος στον μαγικό λαμπίκο της. Μοσχομύριζε η πλάση, μαζί με τα αρώματα των ρόδων που ήταν επίσης στις δόξες τους τέτοιες μέρες. Στον φράχτη απλωνόταν η ροζ τριανταφυλλιά, η δαμασκηνή, που με τα ροδοπέταλά της παρασκεύαζε η γιαγιά ροδόσταμα. Οι μυρωδιές της άνοιξης κλειστές σε μπουκάλια, σαν φίλτρα μαγικά, μας ακολουθούσαν και μας παρηγορούσαν τα ζεστά καλοκαίρια με το μαχαλλεπί, στο οποίο βάζαμε ανθόνερο ή ροδόσταμα είτε παγωτό τριαντάφυλλο, ενώ τον χειμώνα, το γευόμασταν στα αμυγδαλωτά και τόσα άλλα γλυκά. Εξάλλου με ροδόσταμα πλέναμε κάθε πρωί το πρόσωπο μας. Στην αυλή των θαυμάτων, σαν τέλειωναν την ανθοφορία τους οι βιολέτες, τα κρίνα και οι αμαρυλλίδες, έμπαινε το καλοκαίρι με τις πρώτες ζέστες. Έπειτα το νησί γινόταν ένα καμίνι και η αυλή μύριζε γιασεμί, αγιόκλημα και φούλια. 

Εκείνες τις σκοτεινές γκρίζες μέρες στην ξενιτειά, βρήκα όπως και κάθε Πάσχα παρηγοριά στα πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Με τη δύναμη του λόγου του, ο αναγνώστης όπου κι αν βρίσκεται, βρέχεται από το κύμα, οσφραίνεται μυρωδιές από την ανοιξιάτικη ελληνική εξοχή, ακούει κελαϊδίσματα πουλιών, κελαρύσματα πηγών και τα βελάσματα των νεογέννητων αρνιών και κατσικιών. Σεργιανάει σε ακρογιάλια και αγρούς, σε περιβόλια, πορτοκαλεώνες, αμπέλια και ερημικά ξωκλήσια. Αυτό είναι το μεγαλείο της λογοτεχνίας, που έχει το χάρισμα να μας μεταφέρει αλλού ή ακόμη να φέρνει μέσα στο σπίτι μας, ένα ρυάκι, τη θάλασσα, μυρωδιές και φως.

Όπως γράφει η αγαπημένη ελληνίστρια συγγραφέας Jacqueline de Romilly «Οι άνθρωποι έχουν εφεύρει τη γλώσσα που καταργεί τους φραγμούς του χώρου και του χρόνου, ενώ αρπάζει τα αντικείμενα, τα αφαιρεί από το περιβάλλον τους και τα φέρνει στο σπίτι μας…. Με τη λογοτεχνία βλέπει κανείς μακρύτερα…διαρρηγνύει τα όρια που επιβάλλονται στον άνθρωπο. Η δύναμη της έγκειται στη διαφάνεια και στη μαγεία με την οποία οι συγγραφείς, οι αληθινοί, μεταδίδουν τις εμπειρίες τους…». 

Με την αυθεντικότητα της γλώσσας του ο Παπαδιαμάντης φωτίζει το σπίτι με τη λαμπρότητα του ελληνικού φωτός. Χανόμαστε σε λαγκάδια, όπου αγαθοί ποιμένες και ψαράδες περιμένουν τον ιερέα να φέρει το φως και το εορταστικό μήνυμα της Ανάστασης.

Βλέπουμε νεαρές κοπέλες και μεγαλύτερες γυναίκες με γιορτινά ρούχα να ανάβουν τις πασχαλινές λαμπάδες, παιδιά να τσουγκρίζουν τα κόκκινα αυγά. Το γαλάζιο της θάλασσας του Αιγαίου διεισδύει σε κάθε γωνιά, βρεχόμαστε από το κύμα που σπάει στα βράχια ενώ ακούγονται ψαλμωδίες από τα χείλη αγνών ανθρώπων, οι οποίες αναμειγνύονται με τον ήχο των κυμάτων σε απόμερα ακρογιάλια.

Καλή Λαμπρή εύχομαι και ανάταση ψυχής. Καλή Ανάσταση!

dena.toumazi@gmail.com