Στο σημείο που φαίνεται να τελειώνει ο δρόμος, όπου δεν φτάνουν καθόλου αυτοκίνητα, υπάρχει ένα περιβολάκι από συκιές και ένα μεγάλο κοτέτσι. Στο βάθος της αυλής βρίσκεται ένα σπιτάκι με μόνιμα ανοιχτά τα παραθυρόφυλλα. Μια νεαρή γυναίκα περνά καθημερινά από εκεί, παίρνοντας βόλτα με το καροτσάκι την κορούλα της. Σταματούν μπροστά από το κοτέτσι για να δει το κοριτσάκι τις κοτούλες, με τις οποίες χαίρεται, ενώ ενθουσιάζεται με το πέρασμα του μεγαλόπρεπου πετεινού. Μια μέρα σαν τις άλλες βγήκε από το σπίτι η ένοικός του και έγιναν οι συστάσεις. «Με τες πολυκατοικίες ενιξέρεις ούτε τους γείτονες σου, εν ’εν όπως παλιά» είπε η ηλικωμένη γυναίκα, η οποία μπήκε στο κοτέτσι επιστρέφοντας με δυο αυγά, «για το μωρό, να μεν τρώει ’που τα έτοιμα της φάρμας».
Από εκείνη τη μέρα και για δύο τρεις φορές την εβδομάδα η κυρία Μαρία άφηνε μερικά αυγά έξω από το διαμέρισμα της γειτόνισσάς της μαζί με φρέσκα σύκα, όσο ήταν η εποχή τους. Αρνείτο να πάρει χρήματα «Ακατάχνωτα. Ίντα, εν τζαι επλήρωσά τα, εκάμαν μου τα οι όρνιθες τζαι οι συτζιές μου». Στις προσκλήσεις της να κάτσει για ένα καφέ, η κυρία Μαρία απαντούσε «Εν είμαι ακατάδεχτη, αλλά βιάζομαι να πάω στες σκάλες». Ήταν οι σκάλες των πολυκατοικιών της περιοχής τις οποίες καθάριζε. Μόνο κάποια δωράκια για την εγγονή της δεχόταν κάθε τόσο. Τη μεγάλωνε η ίδια αφότου πέθανε η κόρη της και μητέρα του κοριτσιού. Έμεναν στο μικρό σπιτάκι, με το μεγάλο κοτέτσι, το κλειστό πηγάδι και το περιβόλι με τις συκιές, όπου πάντα έκανε σκιά και δροσιά το καλοκαίρι, ενώ τον χειμώνα που τα δέντρα ήταν γυμνά από φύλλα, το σπιτάκι λουζόταν και ζεσταινόταν από τον χειμωνιάτικο ήλιο.
Ο πετεινός ήταν ο μοναδικός της περιοχής, ξυπνούσε τη γειτονιά με τα κοκορίκο του, περιφερόταν σαν άρχοντας και έκανε κουμάντο στην αυλή της κυρίας Μαρίας. Οι μονοκατοικίες όλο και λιγόστευαν στην περιοχή, δίνοντας τη θέση τους σε πολυκατοικίες. Μόνο το περιβόλι και ο γουμάς έμεναν εκεί, κόντρα στην ανάπτυξη, θυμίζοντας άλλες εποχές. Οι developers πήγαιναν και έρχονταν με νέες και όλο καλύτερες προτάσεις. «Θα πάρεις δύο διαμερίσματα. Θα ζεις σαν βασίλισσα στο ένα, θα νοικιάζεις το άλλο και θα πιάνεις ένα σωρό λεφτά. Δεν θα χρειάζεται να καθαρίζεις πλέον σκάλες». Μα αυτή δεν διανοείτο να ζήσει ψηλά, χωρίς να πατά στο χώμα! Και οι κότες, ο πετεινός και οι συκιές της; Θα τα έσφαζε και θα ξερίζωνε «τα δεντρά» της; Απορρίπτοντας το εφιαλτικό αυτό σενάριο, έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της στο σκιερό δροσερό σπιτάκι, όπου έκανε δροσιά ακόμη και τα καυτά καλοκαίρια ενώ τον χειμώνα καθόταν κάτω από τις γυμνές συκιές στο ηλιούδιν, «να βράσουν τα κόκκαλά μας».
Η νεαρή άλλοτε μητέρα μετακόμισε κάνοντας πολύ καιρό να περάσει από τον δρόμο με την πολυκατοικία όπου έμενε παλιά και το σπίτι με τις συκιές και τις κότες. Η περιοχή έχει γίνει αγνώριστη, με ψηλά κτίρια, ένα από τα οποία είναι κτισμένο στο σημείο όπου υπήρχε το σπίτι και περβολούδι της κυρίας Μαρίας. Ρωτά γι’ αυτήν στη γειτονιά μα κανείς δεν τη γνωρίζει, μόνο ο μπακάλης ο κύριος Αντωνάκης μένει ακόμα εκεί, το μαγαζί του οποίου, πλάι στο σπίτι του, έκλεισε κι αυτό, λόγω των αλυσίδων υπεραγορών που γέμισαν την περιοχή. Την πληροφορεί πως αφού πέθανε η κυρία Μαρία, η εγγονή της έδωσε το οικόπεδο αντιπαροχή, ζώντας η ίδια πια στο ρετιρέ. Τον κόκορα της αυλής τον έσφαξαν μάλιστα στα θεμέλια αφού ο εργολάβος ήθελε να κρατήσει το παλιό ειδωλολατρικό έθιμο. Η λεωφόρος ονομάζεται «Bishops Avenue», η λεωφόρος των επισκόπων, όπως η πολυτελής λεωφόρος του Λονδίνου, με επαύλεις διασημοτήτων και εκατομμυριούχων. Η πολυκατοικία των επισκόπων βρίσκεται στο δρόμο που ενώ όλοι νομίζουν πως δεν οδηγεί πουθενά, αυτός ελίσσεται και οδηγεί στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, με πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, καφετέριες και μπουτίκ πολυτελείας.
Το καροτσάκι κυλά, οι ρόδες γυρίζουν, περνά μπροστά από το κοτέτσι και το σπιτάκι με τις συκιές, τις κοτούλες, τον πετεινό. Ένα κοριτσάκι χτυπά χαρούμενα τα χέρια του και τιτιβίζει από χαρά στη θέα τους. Ο χρόνος κυλά κι αυτός και πίσω δεν γυρίζει. Μένουν οι χειρονομίες και οι φυσιογνωμίες των ανθρώπων που αγαπήσαμε και η εικόνα ενός περιβολιού με συκιές, ένα κλειστό πηγάδι και το χαμόγελο της κυρίας Μαρίας.
dena.toumazi@gmail.com