Από καταβολής του τόπου/ οι μαύροι γύπες του μεγάλου τίποτα/ μαγάριζαν γη κι ανθρώπους,/ ζώντας με σάρκες ηρώων/ και κόλλυβα μνημοσύνων./ Κι ο Τεύκρος στη Σαλαμίνα/ δακρύζει που καίγονται ακόμα/ τα καράβια μεσοπέλαγα./ Παράδωσε πνεύμα/καημένε κι εσύ…/ Χώνεψέ το!

Παράξενο. Στο περβάζι απ’ το πρωί κάθεται πεισματικά μια λευκή, αλλήθωρη, γριά γάτα. Η ένταση κορυφώνεται όσο το ρολόι πλησιάζει να βγούμε αέρα. Βγαίνουμε. Ειδήσεις: Η τέχνη του να ανακοινώνεις λακωνικά και με το δέοντα στόμφο την ανθρώπινη δυστυχία, αγνοώντας ή αποκρύβοντας συνήθως τους αυτουργούς. Καλές ειδήσεις δεν υπάρχουν.

Βγαίνω από το ραδιοθάλαμο με την ψυχή μου τυλιγμένη στο αδιάβροχο της αποστασιοποίησης. Η γαλή επιμένει να κάθεται στο περβάζι. Τα μαζεύω να φύγω. Ο συνάδελφος πάνω από το τηλέτυπο κόβει κομμάτι-κομμάτι το χαρτί με τις ειδήσεις και από συνήθεια επαναλαμβάνει τους τίτλους.

-«Λοιπόν, φεύγω…» κάνω να πω,

-«Πέθανε ο Δημήτρης Λάγιος»… τον ακούω να λέει μηχανικά τον επόμενο τίτλο.

Ο ήλιος πήγαινε προς τη δύση. Θα εξέπνεε σε λίγες ώρες η Πέμπτη 11η Απριλίου 1991.

«Ετών 39», συνέχισε ο συνάδελφος καθώς το τηλέτυπο κροτάλιζε ξερά, σχεδόν απάνθρωπα…

Το περίμενα, το περιμέναμε όσοι ξέραμε… Ήθελα όμως να το δω στο χαρτί. Τρεις γραμμές όλες κι όλες. Έστρεψα το βλέμμα στο παραθύρι. Η γριά γάτα δεν ήταν πια εκεί. Ο αγγελιαφόρος είχε ήδη φύγει.

Τις εφτά μέρες που ακολούθησαν μέχρι ναρθείς και να σμίξεις με της Λεμεσού το κύμα, βιάστηκα να σου γράψω.

Πριν ξεθωριάσουν της ψυχής τα χρώματα στην αλμύρα της μνήμης.

Στιγμές άδολες, σαν ταπεινές αγιογραφίες φυλαγμένες στο εικονοστάσι του χρόνου.

Εφτά ποιήματα κι εφτά τραγούδια…

(Τμήμα Ειδήσεων Τρίτου Προγράμματος του ΡΙΚ). 

Έτσι ξεκινά η ποιητική μου συλλογή με τον τίτλο «Αγιογραφίες», εις μνήμη Δημήτρη Λάγιου, η οποία γράφεται ακόμα καθώς διατηρώ μαζί του ανοικτή γραμμή και του γράφω εδώ και 32 χρόνια, εξηγώντας πως έχουν τα πράγματα στην Κύπρο που αγάπησε. Τον κύκλο με τα εφτά ποιήματα και τα εφτά τραγούδια που γράφτηκε μέσα στις εφτά μέρες που μεσολάβησαν από τη μέρα που πέθανε μέχρι που έφεραν τη μισή στάχτη του στη Λεμεσό, αφού η άλλη μισή έσμιξε με τα κύματα της πατρίδας του της Ζακύνθου, ακολούθησε ένας δεύτερος, που γράφεται μέχρι σήμερα και θα τελειώσει στα 50 χρόνια της αλγεινής επετείου της τουρκικής εισβολής. 

Έγραφα το ’91: Τα μαντάτα: Μύθο το μύθο να ’ρχεσαι/ κρυφά το καλοκαίρι/ θα σου κρατώ το μυστικό/ κρυμμένο σ’ ένα αστέρι.

Θα τραγουδάμε στις αυλές/ για δυο μικρές πατρίδες/ που πρώτου έρωτα φιλί/ στην αγκαλιά τους είδες.

Τέτοιες μέρες που το εαρινό αεράκι του Επιταφίου, κουβαλά μαζί του ένα δροσερό έως ψυχρό άγγιγμα, σε θυμάμαι Δημήτρη. Σε θυμάμαι να κάθεσαι στο πιάνο και μέσα στο ναό της Άγιας Άνοιξης ή στην Αγία Νάπα της Λεμεσού, να ψέλνεις το «Ίνα Τί» σε στίχους του Δαβίδ.   

Η Κύπρος σε θυμάται να της τραγουδάς ένα τραγούδι που την έκαμε ολάκερη να κλαίει με λυγμούς, αυτό του Δημήτρη Λιπέρτη που βρήκε στη συγκλονιστική ευαισθησία σου τη φλέβα που χτυπά αιώνια: Καρτερούμεν μέραν νύχταν/ να φυσήσει ένας αέρας/ στουν τον τόπον πο `ν καμένος/ τζι’ εν θωρεί ποτέ δροσιάν/ για να φέξει καρτερούμεν/ το φως τζιείνης της μέρας/ πο`ν να φέρει στον καθ’ έναν/ τζιαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν!

Γιατί είπα όμως τα δικά μου ποιήματα και τραγούδια για τον Λάγιο Αγιογραφίες; Μα διότι ο Δημήτρης ήταν μια άμωμη μορφή, με μια σχεδόν απόκοσμη φωνή κι ένα βλέμμα βαθύ που σε διαπερνούσε. Ήταν ένας καλλιτέχνης που συγκλονιζόταν από τη μουσική γι’ αυτό και συγκλόνιζε με τα έργα του. Ένοιωθες ότι είχε μπει στις λέξεις των στίχων και τις γονιμοποιούσε με τη μουσική του ψυχή. 

Όταν το 1989 στην ΕΡΤ, η Μαλβίνα Κάραλη του ζήτησε να πει με πέντε ατάκες ποιος είναι, απάντησε: «Με λένε Δημήτρη Λάγιο. Θεωρώ τον εαυτό μου δόκιμο μουσικό. Δεν πηγαίνω σε κουρεία και σε κομμωτήρια. Ελπίζω να μου το συγχωρέσουν οι κομμωτές. Μ’ αρέσει το βαθυπράσινο των κυπαρισσιών κι έχω μια σχέση με τη μουσική, θά ’λεγα ερασιτεχνική».

Στην Κύπρο, ο Λάγιος είχε βρει ένα δεύτερο σπίτι και στη «Διάσταση» της Λεμεσού μια δεύτερη οικογένεια, η οποία στο πρόσωπο του βρήκε τον πρώτο μεγάλο καλλιτεχνικό της έρωτα γι’ αυτό και η απώλεια του, μετά από έξι χρόνια υπήρξε ανείπωτη. Πώς είναι να είσαι μάρτυρας και υμνωδός στη γένεση ενός τραγουδιού, κι ενός έργου, κι ενός δίσκου! Στο μέγα αυτό μυστήριο της δημιουργίας οι άνθρωποι της Διάστασης (εξ αυτών και η σύζυγος μου) βίωναν μια ανεπανάληπτη έκσταση μαζί με τον Λάγιο. Τόσο που το μοιραίο, τους τραυμάτισε ανεπανόρθωτα. Μέχρι σήμερα δακρύζουμε, όποτε ακούμε το τραγούδι «Να ονειρεύομαι» από το τελευταίο του έργο, «Ερωτική πρόβα με τον θάνατο»: Να ονειρεύομαι απ’ το παράθυρο να ταξιδεύω/ Να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω.

Η σωτηρία μου είναι ο θάνατος και το κορμί σου/

Να μπαίνω μέσα σου να καταστρέφομαι και να πεθαίνω. 

«Είναι εσωτερικές οι ανάγκες που με κάνουν να τραγουδώ, να γράφω στίχους και μουσική. Όσο και να διαβάζω, όσο και αν ψάχνομαι, δεν έχω βρει ακόμα το δρόμο μου, δεν έχω καλά-καλά γνωρίσει τον εαυτό μου, δεν έχω μεγαλώσει μέσα μου», εξήγησε ο Λάγιος στην Καραλή καταλήγοντας ότι, «Αισθάνομαι δόκιμος άνθρωπος και δόκιμος μουσικός». Δόκιμος μουσικός, ο άνθρωπος που μελοποίησε, Φεραίο, Ελύτη, Κάλβο, Καρυωτάκη, Μπουρμπούλη, Λιπέρτη, Παλληκαρίδη, κι άλλους πολλούς που βρίσκονται στα ανέκδοτα έργα του. 

Κλείνω με τον έσχατο στίχο των «Αγιογραφιών», στο τραγούδι, «Σ’ αγαπώ και μου λείπεις», όπου η Υακίνθη 32 χρόνια μετά λέει στον Πατέρα: Δραπετεύει η νύχτα, σε παίρνει μαζί της/και σκουπίζω τις νότες που άφησες γύρω/ Το καινούργιο φεγγάρι σαν βγει στο κορμί της/ μια αγκάλη θα γίνεις που μέσα θα γείρω… 

paraschos.andreas@gmail.com  

Ελεύθερα, 15.4.2023