Ο Φώτος Ήρακλος γεννήθηκε στη Λεμεσό κι εκεί θάφτηκε όταν πέθανε το 2000, στα 81 του, παρόλο που τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ζούσε στο Αναβαργός της Πάφου… Παραμένει όμως μια ολοζώντανη ηγετική μορφή για τις μαύρες οικογένειες αφρικανικής καταγωγής στην Κύπρο… και έχει πάντα μια θέση στην καρδιά μου, γιατί – χωρίς να το γνωρίζει – μου έδειξε το δρόμο στα πρώτα δημοσιογραφικά μου βήματα… Ανέφερε συχνά στη διάρκεια εκείνης της μακρινής συνομιλίας μας του 1987, το όνομα της γιαγιάς του της Παναγιώτας, γνωστής «μαμμούς» στη Λεμεσό των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, που ήταν ο πρώτος άνθρωπος που τον βοήθησε ν’ ανατρέξει στις ρίζες του και να γνωρίσει τον εαυτό του.
«Στο δημοτικό σχολείο στη Λεμεσό – μοΎ είχε πει με εκείνο το ιδιαίτερο χιούμορ του – είχα ξαδέλφια μαυρούθκια σαν εμένα, που τα άλλα παιδιά, μας φώναζαν «μαύρε βρωμόμαυρε» και βέβαια τους δέρναμε, αν ήταν του χεριού μας! Έτσι μικρός που ήμουν, 8 χρονών, μου γεννήθηκε η απορία, γιατί εγώ να είμαι μαύρος και οι άλλοι οι πολλοί, άσπροι… Και πώς βρεθήκαμε σε αυτό τον τόπο; Ρώτησα σχετικά τη γιαγιά μου την Παναγιώτα και μου είπε ότι την έφεραν από το Σουδάν της Αφρικής στη Λεμεσό, μαζί με την αδελφή και τον αδελφό της. Τη ρώτησα γιατί δεν τους γνωρίσαμε μέχρι τώρα και της ζήτησα να με πάρει να τους δω. Ένα Σάββατο απόγευμα, η γιαγιά μου με έβαλε στην άμαξα που είχε στη διάθεσή της για να πηγαίνει να ξεγεννά παιδιά και πήγαμε στον τουρκομαχαλά, κοντά στο τουρκικό νοσοκομείο. Η άμαξα σταμάτησε έξω από ένα σπίτι κι ο αμαξάς έπαιξε την καμπανέλλα. Άνοιξε ένα παραθυράκι στη ξώπορτα και φάνηκε ένα μαύρο πρόσωπο, που ήταν η Μεϊρέμ η αδελφή της γιαγιάς μου. Έβαλε φερετζέ και μας άνοιξε την πόρτα, αλλά δεν μιλούσε ελληνικά, μόνο τουρκικά κι αραβικά. Η γιαγιά μου, μου είπε ότι ο αφέντης που την αγόρασε ήταν Τούρκος κι έτσι δεν έμαθε ελληνικά. Όταν τέλειωσε η επίσκεψη, μπήκαμε ξανά στην άμαξα και τραβήξαμε κατά τη θάλασσα, στη Φραγκοκλησιά και κατεβήκαμε μπροστά στο μοναστήρι. Ήρθε μια καλόγρια που δεν χρειάστηκε να ρωτήσει ποιον θέλαμε, γιατί αντιλήφθηκε ότι ζητούσαμε εκείνον που ήταν εκεί μέσα μαύρος σαν εμάς. Γύρισε πίσω και φώναξε «πάτερ Τζόζεφ!».
Ακούσαμε ένα πουμπούρισμα, μια δυνατή φωνή που απάντησε στα ιταλικά. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας τεράστιος μαύρος καλόγηρος που δεν τον χωρούσε η πόρτα. Μας είδε και γύρισε και είπε στη γιαγιά μου: «Ρα Παναγιωτού, μεν μου πεις ότι τούτον εν το αγγονούιν μας!». Ήταν ο αδελφός της γιαγιάς μου που τον αγόρασαν οι καλογριές της Φραγκοκλησιάς και τον έκαναν Καθολικό. Με άρπαξε με τη χερούκλα του σαν παιγνιδάκι και με έβαλε στην αγκαλιά του. Εκείνη η μέρα θα μου μείνει αξέχαστη όσο ζω…».