Στον δρόμο προς τις εκλογές στην Ελλάδα, που τυπικά άνοιξε χθες με το κλείσιμο της Βουλής, όλοι οι ερευνητές των τάσεων της κοινής γνώμης, συμφωνούν ότι η βασική παράμετρος που θα καθορίσει ποιος θα κυβερνήσει τον τόπο είναι η ακρίβεια.

Κι όταν λέμε «ακρίβεια», εννοούμε πρώτα και πάνω απ’ όλα, αυτήν που σχετίζεται με την διατροφή. Στο σπίτι, αλλά και έξω από αυτό. Στον χώρο της εστίασης, που λέμε.

Οι καταναλωτές που προσέχουν τις τιμές των προϊόντων, ξέρουν ότι εκεί όπου βασιλεύει αυτό που λέμε «αισχροκέρδεια», είναι στις μεγάλες υπεραγορές, αλλά ακόμα και στα πιο μικρά καταστήματα τροφίμων και οπωροκηπευτικών – mini markets, φρουταρίες, κλπ. 

Φίλος δημοσιογράφος στην Αθήνα που ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με τον χώρο των τροφίμων και της σίτισης, με προέτρεψε να ξεκινήσω την έρευνά μου για την ακρίβεια με ένα case-study που θα καταγράφει «τον δρόμο του μαϊντανού». Του πιο αγαπημένου, δημοφιλούς και ευπώλητου  μυρωδικού βοτάνου στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, μαθαίνω.

Πριν από την κρίση εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, το ματσάκι μαϊντανού (σαν αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία) στα σουπερμάρκετ κόστιζε 30 λεπτά.  Τώρα, είναι στα 70. Στις λαϊκές αγορές και στα μανάβικα των γειτονιών  είναι στα 50 λεπτά. 

Μιλάμε για την Αθήνα. Που προμηθεύεται τον μαϊντανό, όχι από καμιά χώρα στην άκρη του κόσμου, αλλά από το ίδιο το περιβόλι της, στην Αττική. Κυρίως στις περιοχές του Μαραθώνα, της Νέας Μάκρης και στα Μεσόγεια. 

Τα μεταφορικά, ιδίως τώρα με την μείωση της τιμής των καυσίμων, έχουν πέσει στα περίπου προ του πολέμου επίπεδα. Άρα, δεν μπορούν να επικαλούνται, ούτε οι παραγωγοί, ούτε όμως και τα σουπερμάρκετ το πάγιο επιχείρημα της αύξησης του κόστους. Αν αυξήθηκε, αυξήθηκε λίγο. Και αυτό σίγουρα δεν δικαιολογεί το άλμα του μαϊντανού από τα 30 λεπτά στα 70 λεπτά μέσα σε μία περίοδο όπου, παρά την οικονομία που κάνει ο κοσμάκης, η ζήτηση για συγκεκριμένα προϊόντα (ο μαϊντανός είναι ένα από αυτά), ήταν και παραμένει σταθερά υψηλή. Όλοι ξέρουμε ότι οι τιμές των προϊόντων καθορίζονται και από την ζήτησή τους – για να μην πω κυρίως από αυτήν. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, και νοουμένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο, ιδιαίτερα επιβαρυντικό κόστος, τόσο πιο χαμηλή πρέπει να είναι η τιμή. 

Βγάλε το κέρδος σου, ασφαλώς. Αλλά μη κλέβεις. Και προπαντός μην εκμεταλλεύεσαι τις δύσκολες συνθήκες, όπως και τις ιδιαίτερες συνήθειες των Ελλήνων πελατών να ψωνίζουν με το αχόρταγο μάτι, για να τινάξεις την αγορά στον αέρα…

Βάζω μιαν «άνω τελεία» εδώ, γιατί τώρα άρχισε ή έρευνά μας με τον συνάδελφο στο Protagon, και θα επανέλθουμε δριμύτεροι. Μένουμε επί του παρόντος στο ότι η ακρίβεια είναι αυτή που θα βγάλει τον νικητή. Που δεν θα είναι αναγκαστικά εκείνος που υπόσχεται (αυτό το κάνουν όλοι οι πολιτικοί), αλλά εκείνος που θα πείσει τον κόσμο ότι μπορεί να βάλει και σε αυτό ένα φρένο, χωρίς ταυτόχρονα να εκτροχιάσει δημοσιονομικά την χώρα.

Στον δρόμο προς τις εκλογές θ συναντήσουμε όλων των ειδών τα λουλούδια και ζαρζαβατικά. Η περίπτωση Γεωργούλη, που σίγουρα προσθέτει κι άλλη τοξικότητα στο ήδη δηλητηριασμένο προεκλογικό τοπίο, απασχολεί περισσότερο τα τηλεοπτικά παράθυρα και τα σόσιαλ μίντια, παρά τους σοβαρούς πολίτες. 

Αυτούς που εργάζονται με αξιοπρέπεια και εντιμότητα. Που πασχίζουν να προσφέρουν καλύτερη ζωή στα παιδιά τους. Που απεχθάνονται τα «κάτω από το τραπέζι» και τις «πλαγίες οδούς». 

Ο προεκλογικός θόρυβος, που κάποτε θριάμβευσε στις απέραντες συγκεντρώσεις με τους αρχηγούς να ωρύονται από τα μπαλκόνια και τον λαό να «λιώνει» από κάτω, πλέον δεν αγγίζει την μεγάλη κατηγορία αυτών που, κάποιοι πολιτικάντηδες απαξιωτικά ονομάζουν «νοικοκυραίους».

Αυτοί κρατούν την Ελλάδα όρθια. Αυτοί δεν ανέχονται πια την κοροϊδία, την διαπλοκή συμφερόντων, την αισχροκέρδεια, τους Μαυρογυαλούρους!…