H σχεδόν ταυτόχρονη εκλογική διαδικασία σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία πολύ πιθανόν να επιφέρει αλλαγές στο τρίγωνο Αθήνας, Άγκυρας, Λευκωσίας. Σε αυτή τη κρίσιμη συγκυρία είναι αναγκαίο, λοιπόν, τα νέα δεδομένα, που ενδέχεται να παρουσιαστούν, ειδικότερα σε μια επικείμενη αλλαγή ηγεσίας στην Τουρκία, να εκτιμηθούν σωστά και ψύχραιμα και να αξιοποιηθούν με τον δέοντα τρόπο και χωρίς ευσεβοποθισμούς.  

Γιατί αφενός, άλλο πράγμα είναι το να εντοπίζεις κάποιες ευνοϊκές συγκυρίες, οι οποίες, αξιοποιώντας τις, δυνητικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θετικά αποτελέσματα, ως προς την προώθηση των εθνικών συμφερόντων και αφετέρου, διαφορετικό το να εστιάζεις σε αυτές, παραβλέποντας την ίδια ώρα σημαντικές παραμέτρους της μεγάλης εικόνας, γεγονός, που μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνο στο τέλος της ημέρας. Ποιος ξεχνά, άλλωστε, κάποια πρωτοσέλιδα, που κυκλοφόρησαν τον Νοέμβριο 2015, με πηχυαίους τίτλους του τύπου «Το ΑΚP σάρωσε, η Κύπρος ελπίζει», τα οποία καλλιεργούσαν ψευδαισθήσεις στον κυπριακό λαό για την πολιτική της Τουρκίας έναντι της Κύπρου και παρά το γεγονός ότι ο Ερντογάν, με τις νεοοθωμανικές ιαχές του, είχε ήδη καταδείξει ότι δεν πρόκειται για τον φιλελεύθερο και εκδημοκρατιστή ηγέτη, που ονειρευόταν η Δύση. 

Επί του παρόντος, ακούγονται αρκετές φωνές, που υποστηρίζουν την ανάγκη ενίσχυσης του ελληνοτουρκικού διαλόγου, ένεκα μιας σειράς παραγόντων, όπως οι τακτικισμοί του Ταγίπ Ερντογάν, λόγω των επικείμενων εκλογών, η πιθανή – με βάση τις δημοσκοπήσεις – νίκη του Κεμάλ Κιλιντσάρογλου, ο οποίος εκτιμάται ότι θα αλλάξει προσέγγιση, πραγματοποιώντας φιλοδυτική στροφή, αλλά και η προοπτική συνεκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. 

Εντούτοις, πρέπει να γίνει σαφές ότι μια ενδεχόμενη αλλαγή στην επιθετική στάση της Τουρκίας, με απομάκρυνση από την προβολή της σκληρής ισχύος της και μια στροφή στην ήπια ισχύ και την θετική ατζέντα με την Ελλάδα, δεν συνεπάγεται την ίδια ώρα κι απομάκρυνση από τις πάγιες θέσεις, αξιώσεις και από τη στρατηγική της, η οποία βασίζεται στον αναθεωρητισμό. Ούτε είναι σοφό να θεωρείται ότι η ευρασιατική πορεία της Τουρκίας, όπως έχει ξεδιπλωθεί εδώ και χρόνια, μέσα από την πολιτική της και τις επενδύσεις σε Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία, στο πλαίσιο εδραίωσής της ως ανεξάρτητου πόλου στο διεθνές σύστημα, αποτελεί μια προσωρινή επιλογή ενός καθεστώτος, που θα παραγραφεί από τη μια μέρα στην άλλη. Το πλέον επικίνδυνο είναι μια εκμετάλλευση από την Άγκυρα της θετικής της εικόνας προς την επίτευξη συμφωνιών, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν περισσότερες εξαρτήσεις σε Κύπρο, Ελλάδα, αλλά και στην ΕΕ ευρύτερα, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο μελλοντικούς εκβιασμούς πιο αποτελεσματικούς από πλευράς της. Και αυτό το ενδεχόμενο πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, όταν εξετάζονται σενάρια ενεργειακής συνεκμετάλλευσης.

Αναμφίβολα, η μείωση της έντασης και η στροφή στην θετική ατζέντα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία είναι και σημαντική και καλοδεχούμενη, όχι γιατί μπορεί να μεταβάλει άρδην το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά γιατί Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να αξιοποίησουν αυτό το χρονικό διάστημα, ώστε να σχηματίσουν μια αξιόπιστη στρατηγική στα καίρια ζητήματα, ενδυναμώνοντας τους παράγοντες ισχύος τους, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη όλα τα παραπάνω.

Καταληκτικά, όσον αφορά στη στάση του Κιλιντσάρογλου έναντι της Κύπρου, καλύτερα να μην τρέφουμε μεγάλες προσδοκίες. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές της Τουρκάλας δημοσιογράφου, Uzay Bulut, σε συνέντευξη της στον «Φ», η οποία υποστήριξε ότι ο Τούρκος πολιτικός  «θα αρνηθεί να συμμορφωθεί με το Διεθνές Δίκαιο ή τα ψηφίσματα του ΟΗΕ για την κατοχή της Κύπρου. Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα παράδειγμα. Όταν ο Ερντογάν μιλούσε για την κατάκτηση ορισμένων νησιών στο Αιγαίο, αλλά δεν αναλάμβανε στρατιωτική δράση, ο Κιλιτσντάρογλου προέτρεψε τον Ερντογάν να συγκεντρώσει το θάρρος του για να εισβάλει σε αυτά τα νησιά, όπως έκανε ο πρώην πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ, όταν ξεκίνησε την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974».