Δεν το χωράει ο νους μου πώς μπορεί ένας γονιός να αφήσει το μόλις 5,5 μηνών βρέφος του μέσα στο αυτοκίνητο για πολλές ώρες και αυτό να πεθάνει;

Το ερώτημα ακούγεται παντού. Η απάντηση δεν μπορεί να ακουστεί από κανέναν. Ίσως γιατί απλά δεν ξέρουμε. Είναι πολύπλοκο και περίεργο πράγμα ο νους. Ακόμα και τον δικό μας αφήνουμε αδέσποτο μερικές φορές. 

Συνειδητά; Πιθανώς όχι. Αλλά το «πιθανώς», συνοδεύεται πάντα και από ένα «ίσως». Παρεμφερείς είναι οι έννοιες, αλλά δεν οδηγούν πάντα στο ίδιο συμπέρασμα. 

Η τραγωδία της Άρτας ξεπερνά αυτό που λέμε «είδηση» – γιατί απλά δεν ξέρουμε όλες τις συντεταγμένες της. Έχουμε πληροφορίες για το τι έγινε. Όμως δεν μπορεί να γνωρίζουμε το «πώς». Και δεν εννοώ την «πληροφορία», αλλά την εσωτερική διεργασία που οδήγησε στο αποτέλεσμα. 

Τι έγινε; Ο άνθρωπος έχασε την επίγνωση της υπάρξεως του παιδιού του, είπε ο δικηγόρος, έχοντας μιλήσει προηγουμένως με ειδικούς γιατρούς. 

Τι ξέρουμε; Το παιδί ανέλαβε να το πάρει στον βρεφικό σταθμό ο πατέρας, γιατί η μητέρα ταλαιπωριόταν επί μέρες από έναν μικροτραυματισμό  και δεν μπορούσε. Όπως είπε χθες στον Εισαγγελέα, ξεκίνησε στις 7 το πρωί από το σπίτι, με το μωρό στο πίσω κάθισμα. Πρέπει να κοιμόταν , δεν το άκουγε, δεν έκλαιγε, είπε. «Αντί να στρίψω αριστερά στον βρεφονηπιακό σταθμό, έστριψα δεξιά και πήγα στη δουλειά μου».

Γιατί; τον ρώτησαν οι αστυνομικοί. Διότι, απάντησε, του τηλεφώνησε καθ’ οδόν ένας συνάδελφός του από την ελληνική Αρχή Ηλεκτρισμού, και του είπε πως πρέπει να μεταβούν επειγόντως στη Λευκάδα γιατί ελήφθη επείγουσα κλήση για βλάβη στο δίκτυο εκεί. 

Εκείνη τη στιγμή, σαν να σκοτείνιασε το μυαλό του, αναφέρει ο δικηγόρος του. Έτσι, αντί να σταματήσει στον βρεφονηπιακό σταθμό, πήγε κατευθείαν στη δουλειά του, στάθμευσε το αυτοκίνητό του, μπήκε στο υπηρεσιακό όχημα όπου τον περίμενε ο συνάδελφός του και έφυγαν για τη Λευκάδα.

Τώρα, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, μόνο όταν η σύζυγός του τού τηλεφώνησε αναστατωμένη, καθώς οι βρεφονηπιοκόμοι της είπαν ότι το κοριτσάκι δεν είχε πάει στον σταθμό, συνειδητοποίησε ότι το είχε ξεχάσει και έτρεξε αλλόφρων στο αυτοκίνητο, όπου το βρήκε χωρίς αισθήσεις και με αφρούς στο στόμα και το μετέφερε αμέσως στο νοσοκομείο. Όμως, ήταν ήδη αργά…

Σύμφωνα με το πόρισμα από τη νεκροτομή που διενεργήθηκε στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Ιωαννίνων, «το βρέφος βασανίστηκε επί ώρες από αίσθημα ασφυξίας, εφίδρωση, συριγμό στους πνεύμονες, δύσπνοια, βήχα, δυσκολία αναπνοής, υποξία, ταχυκαρδία και κυάνωση, με αποτέλεσμα να υποστεί πνευμονικό οίδημα που οδήγησε σε καρδιακή ανακοπή λόγω υποξυγοναιμίας».

Πρόκειται για ένα φρικτό παιχνίδι της μοίρας. Χάθηκε ένα μωρό και μαζί χάθηκαν και άλλες δύο ψυχές, της μητέρας και του ίδιου του πατέρα, ο οποίος βρίσκεται σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση και είπε μόνο «καλύτερα να λείπει αυτός παρά το παιδί του»…», δήλωσε ο δικηγόρος του 37χρονου, Δημήτρης Λαμπράκης.

Κανείς δεν θα ήθελε να ήταν στη θέση αυτών των γονιών, πόσο μάλλον του πατέρα, ο οποίος μετά την απολογία του κρίθηκε από τον εισαγγελέα ότι δεν συντρέχει λόγος προφυλάκισης, και μπορεί να επιστρέψει σπίτι υπό περιοριστικούς όρους. 

Ποιοι άλλοι περιοριστικοί όροι μπορεί να υπάρχουν, άραγε, από τον  πόνο που ήδη έχει εγκατασταθεί στις ψυχές; Και μόνο η σκέψη τους για το πώς πέθανε το μωρό, είναι αρκετή για να σου προκαλέσει ολική ψυχική καθίζηση, που για να βγεις από αυτήν θέλεις βοήθεια. 

Ίσως αξίζει, μακριά από την δημοσιογραφική υπερπροβολή της τραγωδίας, να σκεφτούμε μερικές «λεπτομέρειες». Όπως πχ, το ότι εργαζόμενοι γονείς αναγκάζονται να πηγαίνουν ένα 5μηνο μωρό σε βρεφονηπιακό σταθμό. Ή ότι, πώς μπορεί μία στρεσογόνα κατάσταση (επείγουσα κλήση για άμεση βοήθεια κάπου) να κάνουν ακόμα και έναν υγιή, 37χρονο γονιό, να χάσει την επίγνωση της υπάρξεως ενός παιδιού στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτου;

Πίνακας: Έργο της Nancy Rourke