Το ερώτημα παραπέμπει σε παράφραση του ακραίου «πας μη Έλλην βάρβαρος» και θα μπορούσε να τεθεί και αντιστρόφως: Πας μη κομματικός, ικανός; Ας το απαντήσει ο καθένας από εμάς αλλά η προσωπική μου γνώμη είναι ότι για μια ακόμη φορά έχουμε χάσει το μέτρο. Όσοι έχουν την αφοριστική εντύπωση ότι το μη κομματικό είναι εξ ορισμού καταλληλότερο, κινδυνεύουν να εκτεθούν. Τα παραδείγματα είναι πολλά και μερικά είναι και πολύ πρόσφατα.

Όλοι αντιλαμβανόμαστε την απαξίωση των πολιτών έναντι των κομμάτων. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε, εξάλλου είναι κάτι το οποίο αναγνωρίζουν οι ίδιες οι κομματικές ηγεσίες. Χρόνο με το χρόνο η απαξίωση διευρύνεται και τα κόμματα χάνουν την επιρροή τους. Το φαινόμενο γίνεται πιο έντονο στα παραδοσιακά κόμματα, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο κυριότερος είναι η αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις των υποστηρικτών τους και ευρύτερα της κοινωνίας, λόγω των σύνθετων προβλημάτων της εποχής, με κυρίαρχα την ανεργία, την ακρίβεια, την έλλειψη στέγης και άλλα που έχουν να κάνουν με το βιοτικό επίπεδο. 

Το ξεθώριασμα των ιδεολογικών γραμμών, οι οποίες για δεκαετίες λειτουργούσαν ως προστατευτική γυάλα και σύνορο ανάμεσα στο καλό και το κακό, έχει προκαλέσει μια ταξική αναδιάταξη που διαφέρει πολύ από την κλασική έννοια του όρου. Ορισμοί όπως «λαϊκή δεξιά» και «φιλελεύθερη τάση», που επαναλαμβάνονται φορτικά το τελευταίο διάστημα για να περιγράψουν δήθεν τους συσχετισμούς δυνάμεων στον Δημοκρατικό Συναγερμό, δεν προσθέτουν κάτι καινούργιο, παρά μόνο δίδουν ένα ψευδές ιδεολογικό πρόσχημα σε προσωπικές ατζέντες. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός, όπως και το ΑΚΕΛ, είναι πολιτικές δυνάμεις βαθιά ριζωμένες στην κυπριακή κοινωνία. Εχουν στον πυρήνα τους ανθρώπους μισθοσυντήρητους, τους οποίους συνδέουν κοινές πεποιθήσεις σε μια σειρά από πράγματα και αντιλήψεις. Από εκεί και πέρα, υπάρχει η συναισθηματική αλυσίδα με την οικογενειακή πολιτική παράδοση, η οποία σχετίζεται με ιστορικά γεγονότα που λειτούργησαν καταλυτικά στην πολιτική συμπεριφορά της πλειοψηφίας των πολιτών, με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974 να αποτελούν ορόσημα. 

Εάν βρισκόμασταν σε κάποια άλλη χώρα ή ζούσαμε σε άλλες εποχές, και τα πράγματα λειτουργούσαν βάσει των ξεκάθαρων ταξικών διαφορών, τότε αρκετοί που είναι μέλη και υποστηρικτές του ΔΗΣΥ θα μπορούσε να έχουν μια θέση στο ΑΚΕΛ, όπως και το αντίθετο, μέλη και υποστηρικτές του ΑΚΕΛ δεν θα ήταν παράδοξο να ήταν οργανωμένοι στον ΔΗΣΥ. 

Τα τελευταία χρόνια τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν δεχθεί έντονη πίεση και η εκλογική τους δύναμή τους έχει συρρικνωθεί. Η παρουσία τους στην εκτελεστική εξουσία τα έφερε αντιμέτωπα με πολλαπλές προκλήσεις, οι οποίες πολλές φορές προϋποθέτουν ρήξη ακόμη και με συμφέροντα που δρουν εντός τους. Κρούσματα ανεπάρκειας και φαινόμενα διαφθοράς και μάλιστα με δικαστική βούλα, έπληξαν τόσο το ΑΚΕΛ όσο και τον ΔΗΣΥ. Η ισοπεδωτική αντίληψη «όλοι τους είναι οι ίδιοι» μοιάζει με ένα κοινωνικό τείχος, το οποίο οι κομματικές ηγεσίες θα πρέπει να διαρρήξουν ώστε να καταφέρουν να αποκαταστήσουν τη σχέση εμπιστοσύνης με τα μέλη και τους υποστηρικτές τους. Η Αννίτα Δημητρίου ποτέ δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει τη σχέση που είχε με τα μέλη του ΔΗΣΥ ο Γλαύκος Κληρίδης, ούτε ασφαλώς ο Στέφανος Στεφάνου διανοείται ότι θα γίνει αυτό που ήταν για τους ΑΚΕΛιστές ο Εζεκίας Παπαϊωάννου. Μπορούν όμως και οι δύο να κάνουν αυτό που οι πολιτικοί τους πατεράδες αδυνατούσαν: Να μην απευθύνονται μόνο στο στενό κομματικό τους ακροατήριο αλλά να ανοιχτούν στο σύνολο της κοινωνίας με σύγχρονες προτάσεις και με ρεαλιστικές εισηγήσεις για τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα και οι πολίτες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η εκστρατεία που διεξάγει το ΑΚΕΛ για την προώθηση πολιτικών για αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος. Πρόκειται για μια πολύ καλή πρωτοβουλία για την πάταξη μιας κοινωνικής μάστιγας, η οποία δεν αφορά μόνον αριστερούς, ή όσους συμπαθούν το ΑΚΕΛ. Αυτού του είδους οι δράσεις υπηρετούν το αξίωμα που θέλει την πολιτική να είναι η τέχνη του εφικτού. Απλή και αποτελεσματική, όπως πρέπει να είναι.