Πρόκειται για ένα διεπιστημονικό κλάδο που προσπαθεί να ανασυνθέσει το σύνολο των δραστηριοτήτων του ανθρώπου του παρελθόντος και της τεχνολογίας που ανάπτυξε.
Η Πλατεία Ελευθερίας, κατασκευασμένη με μπετόν, χρειάστηκε 12 χρόνια να τελειώσει με όλα τα σύγχρονα μέσα τεχνολογίας.
Για σύγκριση ο Παρθενώνας κτίστηκε σε μόλις οκτώ χρόνια. Ο αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές (Επιτροπή αναστήλωσης μνημείων Ακρόπολης) αναφέρει στο βιβλίο του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού «Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα» (1995): «Με γνώμονα την άφθαστη λιθοτεχνική τελειότητα και τα διάφορα ποσοτικά μεγέθη του Παρθενώνος ως κτηρίου, εύκολα αποδεικνύεται ότι σήμερα δεν θα ήταν δυνατή η τόσο τέλεια κατασκευή του στον εκπληκτικό χρόνο των 8 ετών, έστω και με απασχόληση ισάριθμων ή και περισσοτέρων τεχνικών, και παρά τη χρήση αυτοκινήτων αντί κάρρων ή ηλεκτρικών γερανών αντί χειροκινήτων». Εξηγεί ότι η άφθαστη μεταλλουργική ποιότητα των αρχαίων εργαλείων, η απίστευτη επιδεξιότητα των αρχαίων λιθοξόων, η αποτελεσματική οργάνωση, το τέλειο σύστημα οργάνωσης της προσπάθειας και της παραγωγής των μικρών, ανώνυμων δημιουργών συνέβαλαν στο πολύ μεγάλο επίτευγμα. Ο Παρθενώνας κτίστηκε με μάρμαρο από το Πεντελικό που αποσπούσαν ομαδικά επιδέξιοι λατόμοι. Με έλκηθρο ανέλκυαν στην έξοδο του λατομείου τα τεράστια κομμάτια (μέχρι 11 τόνους) και τα τοποθετούσαν σε άμαξες που έσερναν 12-18 ζώα. Τουλάχιστον 15 διαφορετικές άμαξες διέτρεχαν κάθε μέρα την απόσταση από το Πεντελικόν στην Αθήνα.
Tο υγρόν πυρ ήταν ένα εμπρηστικό όπλο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που εφευρέθηκε τον 7ο αιώνα μ.Χ.. Συνήθως εκτοξευόταν από καταπέλτες (πρώτα φλογοβόλα όπλα) και επειδή είχε την ιδιότητα να μη σβήνει στο νερό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόκρουση των αραβικών πολιορκιών της Κωνσταντινούπολης, και σε αρκετές ναυτικές συμπλοκές με τους Άραβες.
Τα τείχη της Λευκωσίας (πρότυπο αναγεννησιακής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής) σχεδιασμένα από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Τζούλιο Σαβορνιάνο, προορίζονταν να τελειώσουν σε τρεις μήνες αλλά καθυστέρησαν οκτώ μήνες οπότε έγινε η άλωση από τους Τούρκους (9/9/1570). Τα συμπαγή τείχη της Αμμοχώστου κτίστηκαν σε εννέα χρόνια (1550-1559) (έκταση 446 σκάλες (0,596 Km2), μέσο ύψος 15 m, πάχος 4-8 m, περίμετρός περίπου 3,6 Km). Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, στην οποία ήταν υποταγμένη τότε η Κύπρος, φρόντισε να οχυρώσει την Αμμόχωστο ως πολύτιμο προπύργιο του Χριστιανισμού.
Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα αρχαίων τεχνολογικών επιτευγμάτων.
Η συστηματική έρευνα της τεχνολογίας του παρελθόντος άρχισε τον περασμένο αιώνα. Στην προώθηση της έρευνας της τεχνολογίας του παρελθόντος, συνέβαλαν διεπιστημονικές προσεγγίσεις, π.χ., ανάλυση του πηλού και του επιχρίσματος ενός ερυθρόμουρφου αγγείου, μελέτη των υλικών δομής στην αρχαία Ελλάδα (Ορλάνδος), μελέτη της αρχαίας μεταλλουργίας (Λαύριο).
Η λέξη τεχνολογία προέρχεται από το ρήμα τεύχω που σημαίνει γενικά κατασκευάζω και χρησιμοποιείται για υλικά αντικείμενα. Η τεχνολογία δηλαδή με την ευρεία της έννοια είναι μεσάζουσα μεταξύ ανθρώπου και φύσης και είναι ένα σύστημα κανόνων, γνώσεων εξειδικεύσεων και δεξιοτήτων για την κατασκευή αντικειμένου.
Διερωτώμαστε τι είδους δεξιότητες σκέψης θα πρέπει να είχαν οι αρχαίοι κατασκευαστές;
Απάντηση στο ερώτημα προσπάθησε να δώσει, η Γνωστική Αρχαιολογία (Cognitive Archaeology) που εισήγαγε ο Colin Renfrew (Cambridge) και συνέχισε ο μαθητής του Λάμπρος Μαλαφούρης (Ινστιτούτο Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Oxford). Αυτοί οι δύο υιοθέτησαν μια φιλοσοφική προσέγγιση στη μελέτη του αρχαίου νου αντλώντας έννοιες από τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και την νευροεπιστήμη για να εξετάσουν το ρόλο των υλικών στην ανθρώπινη γνώση. Ασχολήθηκαν με το πώς σκέφτονται οι άνθρωποι μέσω των υλικών π.χ., στην κεραμική το σώμα και ο εγκέφαλος του αγγειοπλάστη αλληλεπιδρούν με τα υλικά, τον πηλό και τον τροχό. Ο Μαλαφούρης τόνισε ότι η διεπαφή εγκεφάλου-τεχνουργήματος αποτελεί χρήσιμη εννοιολογική γέφυρα μεταξύ της νευροπλαστικής και του νου. Δηλώνει ότι αποτελεί βασική πρόκληση για την αρχαιολογία και την πολιτιστική νευροεπιστήμη η διεπιστημονική κατανόηση των διαδικασιών με τις οποίες ο πλαστικός εγκέφαλος συγκροτείται οριοθετώντας τα χωρικά και χρονικά όρια του ανθρώπινου γνωστικού χάρτη.
Η γνωστική επιστήμη (cognitive science) είναι το διεπιστημονικό πεδίο που ασχολείται με τη μελέτη του νου και των διαδικασιών του. Εξετάζει τη φύση και τις λειτουργίες της νόησης. Η τεχνολογία με την οποία κατασκευάζεται το εργαλείο είναι το τελικό αποτέλεσμα των επεξεργασμένων σκέψεων.
Η γνωστική αρχαιολογία εστιάζεται στον αρχαίο νου, στην ανθρώπινη γνωστική εξέλιξη επικεντρωμένη στα υλικά επιτεύγματα. Προσπαθεί να ανασυνθέσει τις γνωστικές ή νοητικές μεθόδους που ανάπτυξε ο άνθρωπος του παρελθόντος. Επιδιώκει να κατανοήσει «πώς» σκέφτονταν οι αρχαίοι χρησιμοποιώντας υλικές δομές και όχι «τι» σκέφτονταν. Μέσα απο τα εργαλεία του παρελθόντος και τον τρόπο που λειτουργούν ως υλική έκφραση εξάγονται πληροφορίες για τις γνωστικές ικανότητες, νοημοσύνη, συλλογισμό και λειτουργική μνήμη του κατασκευαστή.
Με απλά λόγια, εφόσον η λειτουργία του νου δεν μπορεί να μετρηθεί άμεσα, καταγράφοντας και κατανοώντας τη συμπεριφορά, τις υποθέσεις και τα τεχνουργήματα συμπεραίνουμε τι συμβαίνει μέσα στο νου.
Θεωρώ τη διεπιστημονική προσέγγιση της γνωστικής αρχαιολογίας πολύ σημαντική.
Εισηγούμαι επίσης τη δημιουργία κλάδου Γνωστική Πολιτικών ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε πώς σκέφτονται οι πολιτικοί μας δηλαδή όπως θα έλεγε η μ. γιαγιά μου να διαπιστώσουμε «τι νου κουλιαντιρίζουν».