Υπήρξε μια εποχή, όχι πολύ μακρινή, που ο άντρας μπορούσε να λέει «χαριτωμενιές» (ηλιθιότητες στην ακρίβεια) σεξουαλικού περιεχομένου σε μια κοπέλα στον επαγγελματικό ή άλλο περίγυρο, ή ακόμα και εντελώς άγνωστη στον δρόμο, να την αγγίζει τάχα αθώα ή ξεκάθαρα σεξουαλικά, να την παίρνει ξοπίσω, να τη στριμώχνει και να μην θεωρείται ούτε καν πταίσμα μια τέτοια συμπεριφορά. Εξ ου και σήμερα, μετά την καταδίκη του τέως μητροπολίτη Κιτίου, ψιθυρίζεται πως ήταν γνωστή η φήμη του συγκεκριμένου αξιωματούχου της Εκκλησίας. Αντιμετωπιζόταν όμως ως ανέκδοτο, εξ ου και το παρατσούκλι που του είχε δοθεί: «Κανόνι».
Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα, καμία γυναίκα δεν τολμούσε να καταγγείλει κάτι που κανένας δεν θεωρούσε, όπως είπαμε, ούτε καν πταίσμα. «Τι έγινε επειδή τη χούφτωσε;», «Τι έγινε επειδή εκσπερμάτωσε πάνω της;», «Τι έγινε επειδή την παίρνει ξοπίσω;». Κανένας από τα μέλη των ανδροκρατούμενων Αρχών δεν θα έμπαινε τότε στη θέση της γυναίκας για να δει την παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, την πρόκληση τραύματος στον ψυχικό κόσμο μίας γυναίκας, την ανατροπή που προκαλείτο στη ζωή της… Τρανό παράδειγμα ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε η καταγγελία της Έλενας Φραντζή. Οι βραδινές επισκέψεις στο κρεβάτι της από τον ιερέα θετό πατέρα της, δεν θεωρήθηκαν έγκλημα εις βάρος ενός απροστάτευτου παιδιού. Κάθισαν έξι δεσποτάδες και ενώ στην ουσία δεν αμφισβήτησαν την πράξη, δεν τη θεώρησαν κακό. Απλός συγκυλισμός. Κι αυτό όχι δεκαετίες πριν. Το 2015.
Μέχρι την ημερομηνία αυτή, λοιπόν, –και εν πολλοίς ακόμα και σήμερα– το να παρενοχλεί ένα παιδί κάποιος, ιερέας ή ότι να ’ναι, δεν ήταν σοβαρό αδίκημα. Μόνο ο βιασμός θα μπορούσε να θεωρηθεί κακό, αλλά και πάλι όχι απόλυτα. «Μάλλον θα τα ήθελε το θύμα, θα προκάλεσε με τη συμπεριφορά της, με το ντύσιμο της…». Οι πρώτες γυναίκες που τόλμησαν να καταγγείλουν βιασμό ήταν τουρίστριες πριν 3-4 δεκαετίες, οι οποίες έβλεπαν τις φωτογραφίες τους να γίνονται πρωτοσέλιδο κι οι αίθουσες των δικαστηρίων γέμιζαν με περίεργους που ήθελαν να πάρουν μέρος στο βιασμό, έστω και εκ των υστέρων σαν ωτακουστές. Οι δε αστυνομικοί, έκαναν κουρέλι το θύμα, για να διαπιστώσουν –τάχα– αν λέει αλήθεια.
Σε ένα τέτοιο κλίμα, δεν είναι καθόλου περίεργο που ένα κορίτσι 16 χρόνων δεν τόλμησε να καταγγείλει έναν μητροπολίτη. Το ότι το έκανε 40 χρόνια μετά, σηκώνοντας το χαλί για να δούμε τι κρύβει από κάτω, αποτελεί σημαντικό δώρο προς όλες τις γυναίκες, προς όλα τα κακοποιημένα άτομα.
Αρκετοί της γενιάς του τέως μητροπολίτη, ενδεχομένως, να συνεχίζουν να πιστεύουν πως έστω κι αν όλα είναι αλήθεια, κανένα κακό δεν συνέβη.