Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό δύσκολα εξηγείται. Είναι πολύπλοκο. Εκτός από τοπογράφο, θέλει και ψυχαναλυτή. Ήμουν μ’ έναν δημοσκόπο σχεδόν όλο το απόγευμα της Κυριακής και έζησα από κοντά το δράμα του.
Έβλεπε και ξανάβλεπε τα νούμερα που είχε μπροστά του, κι έλεγε συνεχώς «δεν μπορεί». Αυτό αφορούσε τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, που τον έβρισκαν κάτω από 20%, αλλά φοβούνταν να το πουν, γιατί προφανώς έκαναν ένα ζύγισμα στεγνό κι αρνούνταν να βγάλουν προς τα έξω ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν χαμηλά.
Κάποια στιγμή, μετά τα exit-polls, η εικόνα κατέστη πιο σαφής. Τόσο, που ένας από αυτούς μας έλεγε ότι αν πάει ο Σύριζα πάνω από 24% και η ΝΔ κάτω από 40%, «εγώ κλείνω την εταιρεία μου και δεν ξανακάνω δημοσκόπηση».
Οι έρευνες, για να το διευκρινίσω, ήταν υποδειγματικές. Αλλά στο συναισθηματικά επιβαρυμένο «ελληνικό σκηνικό» ισχύει κάτι παρόμοιο με τον ασθενή που είναι κλινικά νεκρός, αλλά δεν το λένε στους συγγενείς μην τον αναστατώσουν…
Όπως και να ‘χει, για να μην μπλέξουμε πολύ με τα μαθηματικά των εκλογών, η ουσία είναι ότι ο Κυριάκος πήρε όλο το τραπέζι και ο Τσίπρας έχασε και τα ρέστα του.
Αυτή η γλώσσα, σε μια χώρα που συνηθίζει με θρησκευτική παραίσθηση να αρνείται πολλές φορές την πραγματικότητα, είναι πρόβλημα. Εκτός του ότι ενδυναμώνει αντιπαλότητες μεταξύ υποστηρικτών των κομμάτων, δημιουργεί ένα κλίμα «μίσους και πάθους», που εγκλωβίζει όλο το σύστημα.
Αυτή η αναμέτρηση λοιπόν, του πρώτου γύρου, είναι σημαντική. Όχι επειδή δίνει πολύ μεγάλη ώθηση στον Μητσοτάκη, αλλά επειδή καταργεί τις συναισθηματικές παραισθήσεις, στρώνει στο τραπέζι «ό,τι υπάρχει», και λέει «με αυτό θα δουλέψουμε τώρα».
Ο κόσμος, την περασμένη Κυριακή, απεγκλωβίστηκε από τον κομματισμό, σε πολύ μεγάλο βαθμό και ψήφισε πολιτικά. Χθες ήταν ο Κυριάκος, αύριο θα είναι άλλος.
Δεν καταργούνται τα κόμματα – μην παρεξηγηθώ. Πήραν όμως εντολή να αλλάξουν το παλιό τους τροπάριο, να εκσυγχρονιστούν και να ανέβουν επιτέλους στο άρμα του ορθολογισμού. Στο οποίο έχουν θέση και αριστεροί, και δεξιοί – αρκεί να μην είναι των άκρων.
Ο Μητσοτάκης πήρε όλη τη μπάνκα, παρά το γεγονός ότι στο τελευταίο κατοστάρι της προεκλογικής κούρσας κουβαλούσε στους ώμους του δύο ασήκωτα βάρη. Την τραγωδία των Τεμπών και το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Πώς κέρδισε; Και μάλιστα με τόσο εμφατικό τρόπο; Γιατί είχε ένα καθαρό μήνυμα. Δεν ήθελε να μπλεχτεί, λόγω απλής αναλογικής, στην περιπέτεια συνεργασιών και είπε στον κόσμο «αποφασίστε ποιον θέλετε να σας κυβερνήσει». Στην ατζέντα έβαλε πρόγραμμα χωρίς σάλτσες. Έδωσε στοιχεία, κυρίως οικονομικά, που δεν αμφισβητήθηκαν. Και προκάλεσε την αντιπολίτευση να τοποθετηθεί παρομοίως. Τι θα κάνεις; Πόσο θα κοστίσει; Πού θα τα βρεις;
Το 40% ήρθε, λοιπόν, από έναν κόσμο που ήθελε σταθερότητα. Όχι περιπέτειες. Ο Μητοστάκης «απέκλεισε» την επιστροφή της Χρυσής Αυγής, μέσω Κασιδιάρη, στην πολιτική σκηνή. Αντίθετα, ο Τσίπρας, λίγες μέρες πριν τις κάλπες, ψάχνοντας για ψήφους όπου υπήρχαν, άνοιξε ένα παράθυρο στην άκρα δεξιά, προσκαλώντας τους «μετανοημένους χρυσαυγίτες», να πάνε κοντά του, και καταδικάζοντας όσους λένε τους ανθρώπους αυτούς φασίστες.
Μια αλληλουχία τέτοιων λαθών έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στο χαμηλότατο 20%. Μπέρδεψε τον κόσμο. Του έλειπε η σαφήνεια. Έψαχνε να βρει βολικά σωσίβια χωρίς να έχει διαυγή γραμμή πλεύσης. Ο ίδιος, και το κόμμα του, μπαίνουν σε φουρτούνες…