Ρέστα χτύπησε πάλι στο καθιερωμένο ετήσιο ραντεβού του με το σανίδι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης. Και του χρόνου με υγεία μπορεί να τον δούμε να δρασκελίζει πάλι το κατώφλι του κρατικού ή οποιουδήποτε θεάτρου. Του χρόνου δεν αποκλείεται να διεκδικεί κι ο ίδιος κάποιο από τα βραβεία μετά την ανεπανάληπτη παράσταση που έδωσε το βράδυ της Τρίτης στην τελετή των Βραβείων Θεάτρου ΘΟΚ. Φανταστήκατε να βρεθεί στη σουρεαλιστική θέση να βραβεύσει τον εαυτό του, προσφωνώντας τον με… λάθος όνομα;
Και για να μιλήσουμε σοβαρά, όσο κι αν προσπάθησε ο εφάπαξ θεατρόφιλος, δεν κατάφερε να κλέψει την παράσταση από τους πρωταγωνιστές της βραδιάς, που συγκίνησαν με τη στάση τους, την ενθύμηση της δουλειάς τους, αλλά και τις τοποθετήσεις τους και κέρδισαν το ζεστό χειροκρότημα του κοινού. Από καλλιτεχνικής απόψεως η τελετή δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ήταν προφανής η διάθεση διοργανωτών και συντελεστών να μην παρουσιάσουν μια υψηλότονη φιέστα, αλλά τα φώτα να πέσουν πάνω στους τρεις τιμώμενους. Και σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η ετοιμασία ειδικών αφιερωματικών βίντεο με πλάνα και φωτογραφίες των καλλιτεχνών εν δράσει και παρεμβάσεις από συνεργάτες τους. Δεν μπορώ να φέρω ένσταση σ’ αυτό.
Ωστόσο, αν και η πρώτη απονομή υπό τη νέα μορφή κρίνεται ενδιαφέρουσα και συγκινητική, σε βάθος χρόνου θα φανεί αν είναι επιτυχημένη. Το σίγουρο είναι ότι η οικογένεια του κυπριακού θεάτρου εξακολουθεί να αγαπά τον θεσμό κι ότι τον έχει ανάγκη ως διαδικασία επιβράβευσης και αναγνώρισης.
Άσχημο πράγμα, πάντως, η μετεκλογική μελαγχολία. Ήταν διάχυτη σε κάθε κίνηση, κάθε μορφασμό και κάθε λέξη του Προέδρου, αλλά και τη διάθεση των επισήμων, οι οποίοι περισσότερο κόπτονταν για το πρωτόκολλο και τη σειρά των καθισμάτων που θα κάθονταν, παρά για την τελετή. Αυτού του είδους η μελαγχολία είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο. Προηγήθηκε μια περίοδος έντασης, αγωνίας, υψηλών τόνων, υποτραπέζιων παιχνιδιών και πολλών πολλών υποσχέσεων, οι οποίες όπως είχε επισημάνει κάποτε ο Φρανσουά Μιτεράν δεν δεσμεύουν παρά μόνο εκείνους που τις δέχονται. Κι αυτό ΑΝ έχουν καλή μνήμη, προσθέτω εγώ.
Εν πάση περιπτώσει, το ξεφούσκωμα επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι ο Πρόεδρος δεν προτίθεται να επαναδιεκδικήσει το αξίωμα και προφανώς υπάρχει μια σοβαρή έλλειψη κινήτρου, πολλώ δε μάλλον σε (μη) τομείς όπως ο Πολιτισμός. Η μετεκλογική μελαγχολία ίσως ήταν αυτή που κατέστησε υποτονικό και το όλο κλίμα της βραδιάς.
Δεν ήταν μόνο το ότι ο ύπατος άρχων δεν εμφανίστηκε συγκεντρωμένος και σχεδόν δεν πέτυχε σωστά ούτε ένα όνομα. Ήταν και πάλι το περιεχόμενο του χαιρετισμού του. Δεν ξέρω αν άλλαξε λογογράφο ή αν υπήρξε κάποια συνεννόηση και από κοινού απόφαση με τον ΘΟΚ να εστιάσει στη βράβευση και τους τιμώμενους. Διέκρινα όμως μια αλλαγή ύφους και μια διάθεση αποφυγής κούφιων εξαγγελιών. Αλλά και μια ποιητική τσαχπινιά. Τι ήταν εκείνο για τις προσπάθειες «να διευρύνουμε τον πολιτιστικό κύκλο των πολιτικών που ακολουθούμε»; Το μόνο που «ξέμεινε» από την περσινή προεκλογική ομιλία ήταν η γνωστή φανφάρα ότι θα μπορούσε να κάνει «σωρεία αναφορών» σε αποφάσεις και έργα που έχουν γίνει κατά την τελευταία πενταετία, ΑΛΛΑ… πιέζει ο χρόνος.
Επειδή, πάντως, έχω καταντήσει κουραστικός κάθε χρόνο να επισημαίνω τα ίδια και τα ίδια, να ξεκαθαρίσω ότι πιο σημαντική από τη θεσμική παρουσία και τα ξύλινα λόγια είναι τα έργα, οι αποφάσεις που καλείται να πάρει. Εν προκειμένω, σύντομα πρέπει να καταλήξει στα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το ανανεωμένο διοικητικό συμβούλιο και θα αντικαταστήσουν μεταξύ άλλων και τους υποχρεωτικά αποχωρήσαντες Γιάννη Τουμαζή, Σταύρο Κυριακίδη, Αντιγόνη Δρουσιώτου και Μαρία Κολιού. Και να φροντίσει να διαψεύσει όλους εμάς τους κακοπροαίρετους που περιμένουμε να προσγειωθούν στην καθημερινότητά μας ουρανοκατέβατοι «άριστοι» που «έτυχε» να συχνάζουν στους σωστούς διαδρόμους.