
Εφτά χρόνια, τρεις μήνες και τρεις μέρες κράτησε η χούντα των συνταγματαρχών -και όχι μόνο- την Ελλάδα στο γύψο. Από τις 21 τ’ Απρίλη 1967 ίσαμε τις 24 Ιούλη 1974, όταν παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς. Κρατήστε το ρήμα «παρέδωσε», γιατί ισχύει κυριολεκτικά. Βλέπετε, ενώ βρισκόταν υπό κατάρρευση, παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς, θέτοντας τους δικούς της όρους! Οι οποίοι και έγιναν αποδεκτοί από τους πολιτικούς!!!
Αντίθετα, η υπό τον Σαμψών πραξικοπηματική «κυβέρνηση» κράτησε μόλις οκτώ μέρες: Από τις 15 ίσαμε τις 23 Ιούλη 1974, οπότε η χούντα και τα εγκάθετα μίσθαρνα όργανά της στην Κύπρο «παρέδωσαν» την εξουσία στον Γλαύκο Κληρίδη. Η διαφορά από τη χούντα των Αθηνών είναι ότι: η «παράδοση» της εξουσίας από την οκταήμερη πραξικοπηματική κυβέρνηση έγινε την τέταρτη μέρα, ενώ στην Αθήνα «παράδοση» έγινε την πέμπτη μέρα από την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής. Τυχαίο; Όχι δα… Έπρεπε να ολοκληρωθεί το δίδυμο έγκλημα και μετά να πάνε -όλοι- σπίτι τους! Αν -και όσοι- πήγαν, βέβαια…
Βλέπετε, στη μεν Κύπρο έφυγε η οκταήμερη «κυβέρνηση», αλλά έμεινε η ΕΟΚΑ Β’ και το καθεστώς της, ενώ στην Ελλάδα έφυγε η στρατιωτική κυβέρνηση, αλλά έμεινε η χούντα και οι υπηρέτες της! Με άλλα λόγια, ούτε η ΕΟΚΑ Β’ έφυγε από το προσκήνιο, ούτε στην Ελλάδα έγινε η αποχουντοποίηση! Θυμίζω ότι στην Ελλάδα την πολιτειακή αλλαγή δεν την ανακοίνωσε η στρατιωτική χούντα, αλλά ο… Κίσινγκερ! Στις 22 Ιούλη 1974 ενώ οργίαζαν οι φήμες περί επικείμενης ανατροπής του στρατιωτικού καθεστώτος, την ίδια ακριβώς ημέρα οι ΗΠΑ προανήγγειλαν σε όλο τον κόσμο, την επερχόμενη πτώση της χούντας, με δηλώσεις του τότε υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, που σημείωνε: «Ενδεχομένως αυτή τη στιγμή πραγματοποιείται στην Ελλάδα πολιτική μεταβολή».
Ωστόσο: Η κρίσιμη σύσκεψη στρατιωτικών και πολιτικών για την «πολιτική μεταβολή», άρχισε λίγο μετά το μεσημέρι της 23ης του Ιούλη 1974. Από όσα δε έχουν δημοσιευθεί για τη σύσκεψη -επίσημα δεν κρατήθηκαν πρακτικά- προκύπτει ότι:
Η σύσκεψη απέρριψε εισήγηση των στρατιωτικών για σχηματισμό μικτού κυβερνητικού σχήματος με τη συμμετοχή πολιτικών και στρατιωτικών, υιοθετόντας λύση αμιγούς πολιτικής κυβέρνησης.
Υπήρξε κοινή θέση -πολιτικών και στρατιωτικών- ότι στην πολιτική κυβέρνηση θα μετέχουν μόνο πρόσωπα από τον χώρο του κέντρου και της δεξιάς, ενώ θα αποκλείεται η συμμετοχή κομμουνιστών και προσώπων από άλλες πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς.
Ένας από τους όρους των στρατιωτικών ήταν ότι δεν θα κινηθούν από το κράτος διαδικασίες για τη δίωξη των πραξικοπηματιών και των συνεργατών τους. Ιδού, λοιπόν, γιατί οι απριλιανοί πραξικοπηματίες δικάστηκαν μετά από τη μήνυση που κατέθεσαν 6 δικηγόροι των Αθηνών για στάση και εσχάτη προδοσία και όχι με πρωτοβουλία του κράτους!
Αποτέλεσμα: Στο βασικό παλλαϊκό σύνθημα, που κυριαρχούσε τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης σε μαζικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, «δώστε τη χούντα στον λαό», η υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κυβέρνηση «Εθνικής Σωτηρίας», έκλεισε τ’ αυτιά της και ουδέποτε πραγματοποίησε την αποχουντοποίηση στη δημόσια Διοίκηση και στους μηχανισμούς του κράτους.
Σε ό,τι αφορά την Κύπρο θυμίζω ότι ο Γλαύκος Κληρίδης, δεν ανέλαβε ως προεδρεύων, αλλά -κατ’ απαίτηση της χούντας και της ΕΟΚΑ Β’- ορκίστηκε από τον καθαιρεθέντα μηροπολίτη Γεννάδιο ως πρόεδρος της Δημοκρατίας. Κι «ορκίστηκε» όχι βάσει του συντάγματος -εφόσον ο Μακάριος ήταν εν ζωή- αλλά σε διαδοχή του πραξικοπηματία Σαμψών! Βλέπετε, εάν ο πρόεδρος της Βουλής αναλάμβανε βάσει του συντάγματος προεδρεύων για όσο καιρό θα απουσίαζε ο Μακάριος, τότε αρκούσε μια δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε ποτέ. Αντίθετα, ο Κληρίδης δήλωσε τότε πως όταν γίνουν εκλογές, ο Μακάριος θα μπορούσε -αν το επιθυμούσε- να διεκδικήσει την προεδρία! Εξού και «διόρισε» δικό του υπουργικό συμβούλιο, ενώ συνταγματικά θα έπρεπε να συνεχίσει με το υπουργικό συμβούλιο του Μακαρίου.
Όλο αυτό το σκηνικό, με βάση το οποίο ο Κληρίδης «ορκίστηκε» πρόεδρος, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο αυτό σκηνοθετήθηκε, συνιστούσε συνέχιση της συνταγματικής εκτροπής. Με τη σφραγίδα της ΕΟΚΑ Β’, αφού τόσο στο νέο «κυβερνητικό» σχήμα και στον περίγυρό του, όσο και στις καίριες θέσεις -των δυνάμεων ασφαλείας περιλαμβανομένων- κυριαρχούν υπουργοί του Σαμψών, χουντικοί αξιωματικοί και κάθε λογής Εοκαβητατζήδες και «παλληκάρια» της ενωτικής παράταξης. Οι ίδιοι, δηλαδή, που ανήμερα του πραξικοπήματος πανηγύριζαν τον «θάνατο» του Μακαρίου.
Καταληκτικά: Όλων των πιο πάνω δεδομένων, αυτό που προκύπτει είναι ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο οι πρωταίτιοι των εγκλημάτων χούντας και ΕΟΚΑ Β’ ουδέποτε πλήρωσαν το τίμημα των εγκλημάτων τους. Τι έγινε στην Κύπρο είναι γνωστό: Ο Μακάριος επέστρεψε 7 του Δεκέμβρη 1974 με έναν κλάδο ελαίας. Δίνοντας συγχωροχάρτι σε όλους τους εγκληματίες της ΕΟΚΑ Β’. Κι όμως, όλη την προηγούμενη περίοδο -από της εκδήλωσης του χουντοφασιστικού, εοκαβήτικου πραξικοπήματος και μετά- η ΕΟΚΑ Β’ ουδέποτε έπαψε την εγκληματική δράση της. Θυμίζω τη δολοφονία Δώρου Λοΐζου στις 30 Αυγούστου 1974.
Κι όχι μόνο αυτό: Υπήρχε και δρούσε με οργανωτική δομή και μετά την άφιξη του Μακαρίου στις 7/12/1974. Μαρτυρεί τούτο και η σχετική προς Γλαύκον Κληρίδη επιστολή της, με ημερομηνία 28 Αυγούστου 1976, όταν η συναγερμική παράταξη διαβουλεύετο με την ΕΟΚΑ Β’ για συμπερίληψη στελεχών της δεύτερης στο ψηφοδέλτιο του Συναγερμού για τις βουλευτικές εκλογές στις 5 Σεπτέμβρη 1976.
Ο κλάδος ελαίας
Συμπέρασμα: Η μόνη ευθύνη που μπορεί κάποιος να καταλογίσει στον Μακάριο -και ναι, είναι τούτη μεγάλη- είναι ότι δεν αντιμετώπισε ως συνταγματικά όφειλε την ΕΟΚΑ Β’ καθόλη τη διάρκεια της έκνομης δράσης της. Κουβαλώντας δε τον περιβόητο «κλάδο ελαίας» απέτρεψε την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων του τεράστιου αυτού εγκλήματος σε βάρος της Κύπρου και του λαού μας. Κι αφού επιστρέφοντας στην Κύπρο -Δεκέμβρης 1974- ο Μακάριος πέρασε από την Αθήνα, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: Ο «κλάδος ελαίας» που έφερε και οδήγησε στην πλήρη ατιμωρησία των ενόχων του εγκλήματος ήταν δικός του ή του υπεβλήθη/επεβλήθη από την Αθήνα;
* M.Sc. (econ.) / Δημοσιογράφος – Συγγραφέας.