Η διαμόρφωση του νέου παραγωγικού μοντέλου που χρειάζεται η χώρα μας, με περισσότερη τεχνολογία, καινοτομία και έρευνα στο αναπτυξιακό μας μείγμα, χρειάζεται και το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό. Οι παραγωγικές επιχειρήσεις του παρόντος και του μέλλοντος θα πρέπει να διαθέτουν τους οραματιστές και ηγέτες που θα τις δημιουργήσουν, καθώς και τα στελέχη που θα τις οδηγήσουν μπροστά.

Σύμμαχος στην προσπάθεια για την παραγωγική Κύπρο που χρειαζόμαστε είναι η ωρίμανση της κοινωνίας και η αποδοχή του κρίσιμου ρόλου της επιχειρηματικότητας για την ευημερία και ανάπτυξη. Αναμφισβήτητα υπάρχουν ικανά άτομα/επιχειρηματίες που έχουν έμφυτο ταλέντο να μετατρέπουν δημιουργικές ιδέες σε επιχειρηματική δράση. Ωστόσο, με την κατάλληλη εκπαίδευση, όλοι έχουμε τη δυνατότητα να καλλιεργήσουμε επιχειρηματικές δεξιότητες, οι οποίες θα επιτρέψουν όχι μόνο να πετύχουμε επαγγελματικά, αλλά να αισθανθούμε τελικά ότι είμαστε συνδημιουργοί της ζωής μας. Αυτός είναι και ο στόχος της επιχειρηματικής εκπαίδευσης.

Η επιχειρηματική εκπαίδευση αποτελεί επένδυση με μεγάλη απόδοση, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Ο εμβολιασμός των παιδιών με τις έννοιες της επιχειρηματικότητας  επιβάλλεται να αρχίζει από τη προσχολική ηλικία, ώστε να διαμορφωθεί η κατάλληλη κουλτούρα των μελλοντικών γενεών. Ταυτόχρονα, το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να προσφέρει  στους νέους την ευκαιρία για ανάπτυξη επιχειρηματικών δεξιοτήτων, που να αναγνωρίζονται στην επαγγελματική τους ανέλιξη. Η επιχειρηματική εκπαίδευση συμβάλλει στην ανάπτυξη του μαθητή και στον μετασχηματισμό του σχολείου σε σύγχρονη κοινότητα μάθησης, αξιοποιώντας το νέο παιδαγωγικό μοντέλο, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η βιωματική, πρακτική μάθηση με βάση την ομαδική εργασία. 

Οι ανταγωνιστικές οικονομίες έχουν προ πολλού αντιληφθεί τα οφέλη της επιχειρηματικής εκπαίδευσης και ακολουθούν ολοκληρωμένη στρατηγική προσέγγιση για την ενίσχυση και επέκτασή της σε όλο το φάσμα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Τα αποτελέσματα της είναι ήδη ορατά σε χώρες όπως Βέλγιο, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ρουμανία, Νορβηγία, Σλοβακία, όπου οι συμμετέχοντες εμφανίζουν σχεδόν τριπλάσιο ποσοστό ίδρυσης επιχείρησης μέχρι την ηλικία των 25 ετών, σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης (15% έναντι 5-6%, αντίστοιχα). Επίσης, σε Ολλανδία, Ουαλία (Ηνωμένο Βασίλειο), Φλάνδρα (Βέλγιο) έχει διαπιστωθεί διαχρονική αύξηση του ποσοστού συμμετεχόντων σε προγράμματα επιχειρηματικότητας, αφού δηλώνουν σαφή πρόθεση ίδρυσης επιχείρησης ή αυτοαπασχόληση (από 13% το 2007 σε 21% το 2012, από 42% το 2004 σε 53% το 2012 αντίστοιχα).

Στην Κύπρο, η μεγάλη υστέρηση οφείλεται κυρίως στην απουσία ολοκληρωμένου σχεδιασμού για την ανάπτυξη επιχειρηματικών δεξιοτήτων μέσα από τη σχολική εκπαίδευση. Η επιχειρηματικότητα δεν είναι μια θεωρητική διαδικασία, που μπορεί να διδαχθεί αποτελεσματικά με παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας. Η ανάπτυξη δεξιοτήτων, όπως κριτική σκέψη, ομαδική εργασία και υπευθυνότητα επιβάλλεται να αποτελέσουν τη ναυαρχίδα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αφού θα βελτιώσουν σημαντικά την απασχολησιμότητα των μελλοντικών γενεών.

Επομένως, για την ανάπτυξη και διάδοση της διδασκαλίας της επιχειρηματικότητας θα πρέπει να τεθεί ως πρωταρχικός στόχος η διαμόρφωση της διδακτέας ύλης, ώστε να περιλαμβάνει έννοιες της επιχειρηματικότητας που να αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές ανάγκες των εν δυνάμει επιχειρηματιών, όπως αυτές υπαγορεύονται από τη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Η Κύπρος σήμερα χρειάζεται όσο το δυνατό περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους, με τόλμη και κοινωνική ευαισθησία, που θα οδηγήσουν την οικονομία και κατά συνέπεια την κοινωνία, σε ευημερία. Και αυτό περνά αναγκαστικά μέσα από το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Η ΟΕΒ υποστηρίζει έμπρακτα την επιχειρηματική εκπαίδευση. Γι’ αυτό έχει καταθέσει στο αρμόδιο υπουργείο δέσμη προτάσεων που θα διευκολύνουν την αποτελεσματική υλοποίηση δραστηριοτήτων ανάπτυξης επιχειρηματικών δεξιοτήτων στο σχολείο.

* Λειτουργός, Τμήμα Μελετών, Κατάρτισης & Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων ΟΕΒ