
Η βαθύτερη στρέβλωση της διακυβέρνησης Αναστασιάδη δεν ήταν η εκτεταμένη Διαφθορά. Δεν ήταν τα χρυσά διαβατήρια, οι Γιαννάκηδες, οι αναξιόπιστοι διορισμοί και οι κομματικές εισφορές επενδυτών, ούτε και όσα εξελίσσονταν κάτω από τη μύτη της κυβέρνησης, όπως το μέγα σκάνδαλο των τουρκοκυπριακών περιουσιών. Χειρότερο και από τα ίδια τα σκάνδαλα ήταν ο τρόπος που η κυβέρνηση και ο πρόεδρος επέλεγαν να αντιμετωπίζουν τα όσα έβλεπαν και βλέπουν το φως.
Η δεκαετία Αναστασιάδη αφήνει προίκα ένα νέο ύφος εξουσίας. Εκείνο της υπεροψίας και της απαξίωσης του θεσμικού ελέγχου. Το ύφος της στασιμότητας και της αδιαφορίας, όταν πρόκειται να διερευνηθούν σκιώδεις υποθέσεις και οι υπαίτιοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Στις δημοκρατίες, ο δημόσιος διάλογος εκτός των άλλων ασχολείται και με καταγγελίες πολιτών και ομάδων, έρευνες δημοσιογράφων και ερωτήσεις αντιπολιτευτικών κομμάτων. Οι καταγγελίες, οι έρευνες και οι ερωτήσεις φέρνουν στο φως συγκεκριμένες υποθέσεις, πχ τα διαβατήρια, τις τουρκοκυπριακές περιουσίες. Οι υποθέσεις αυτές απαιτούν έλεγχο και απάντηση, τόσο από την κυβέρνηση, όσο και από τη δικαιοσύνη. Είναι αυτονόητο πως ο έλεγχος της εξουσίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για χρηστή διοίκηση, αποτελεσματική διακυβέρνηση και διαφάνεια.
Η Κύπρος διολισθαίνει ολοένα και περισσότερο στο ακριβώς αντίθετο μονοπάτι. Κι άλλες κυβερνήσεις στο παρελθόν επέλεξαν τον ίδιο δρόμο, αλλά η απερχόμενη διακυβέρνηση απογείωσε την πρακτική. Η εξουσία συστήθηκε στην κοινή γνώμη με νέο πρόσωπο. Τα σκάνδαλα πλέον δεν την άγγιζαν. Οι διαδηλωτές στον δρόμο απαξιώνονταν ως αδύναμες και αντιδραστικές φωνές. Εκείνοι που ζητούσαν έλεγχο παραμερίζονταν. Η οργή που διοχετευόταν στα μέσα δικτύωσης αντιμετωπιζόταν από την εξουσία ως εικονική και άρα μη μετρήσιμη. Οι έρευνες και τα ρεπορτάζ των μέσων ενημέρωσης έγιναν σταδιακά ανάξια σχολιασμού. Οι ερωτήσεις της αντιπολίτευσης στη Βουλή αντιμετωπίζονταν με πλήρη αδιαφορία. Η εξουσία ένιωσε ακούνητη από τη θέση της, ακόμα και όταν το έδαφος από κάτω της δονούνταν από ισχυρά ρίχτερ.
Η πραγματικότητα αυτή παραβίασε έναν άτυπο όρο στο συμβόλαιο λαού και εξουσίας. Καταστάσεις, χειρισμοί και υποθέσεις που ξεφεύγουν από τα όρια της νομιμότητας και της πολιτικής ηθικής, οφείλουν να διερευνώνται με αίσθημα δικαίου και οι ευθύνες να απονέμονται σε όσους δεν ενήργησαν ως όφειλαν, είτε από αβλεψία, είτε από συμφέρον. Ακόμα κι αν αυτό καθίσταται ανέφικτο, η εξουσία οφείλει τουλάχιστον να παρέχει πειστικές απαντήσεις και όχι να εξαντλείται σε μια δυο γενικόλογες ανακοινώσεις του γραφείου τύπου, πότε της κυβέρνησης και πότε του κόμματος, μια συνηθισμένη πρακτική των τελευταίων χρόνων.
Αυτή είναι η κατάσταση που καλλιέργησε και αφήνει πίσω της η απερχόμενη διακυβέρνηση. Ένα ύφος εξουσίας που φορά δημοκρατικό μανδύα μονάχα στις εκλογές, ενώ στο ενδιάμεσο επιλέγει να φέρεται αυτοκρατορικά, δίχως να την αγγίζει τίποτα.
Τους τελευταίους μήνες γίνεται πλέον ορατό πως η κληρονομιά αυτή ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Νίκου Χριστοδουλίδη. Η κλεμμένη εναρκτήρια προεκλογική ομιλία, τα επιδόματα του εξωτερικού, οι συνεννοήσεις με τον Νικόλα Παπαδόπουλο ήδη από το ‘21 (ενώ διαβεβαίωνε πως θα αποφασίσει αν θα είναι υποψήφιος αφού πρώτα «μιλήσει» με την κοινωνία στις αρχές του ‘22) και πρόσφατα η αποκάλυψη της οργανωμένης επιχείρησης των ψεύτικων λογαριασμών, έχουν όλα ένα κοινό σημείο. Την σιωπή του υποψηφίου.
Η κριτική υπερβαίνει το πρόσωπο, τις θέσεις και τις πολιτικές του προτάσεις. Υπερβαίνει ακόμα και το παρελθόν του, καθώς εδώ και χρόνια ο υποψήφιος έχει επιλέξει την ίδια μέθοδο σιωπής για το ναυάγιο στο Κυπριακό και για τις παρανομίες στο πρόγραμμα επενδύσεων, εφόσον και ο ίδιος εμπλεκόταν ως ο πολιτικός προϊστάμενος του CIPA. Η κριτική αφορά την ανάγκη να τηρείται ο άτυπος όρος του συμβολαίου, η εξουσία να δίνει σαφείς απαντήσεις όταν ελέγχεται και όχι να αδιαφορεί.
Με την αλαζονεία της πρωτιάς στις δημοσκοπήσεις και του αφ’ υψηλού ύφους, ο Χριστοδουλίδης επιλέγει να σιωπά σε όλα όσα χρήζουν απάντησης. Και όχι επειδή αρνείται να ρίξει νερό στον μύλο του λαϊκισμού, όπως διατείνεται ο ίδιος. Ούτε επειδή τον πολεμούν οργανωμένα και δεν θέλει να δώσει πατήματα στους αντιπάλους του. Επιλέγει τη σιωπή, επειδή πιστεύει πως το δικαιούται, πως μπορεί, πως τον «παίρνει».
Το ανησυχητικό της υπόθεσης είναι πως ο Χριστοδουλίδης υιοθετεί το συγκεκριμένο ύφος ως υποψήφιος. Απορώ με τι σθένος η κυπριακή κοινωνία θα ζητά αύριο απαντήσεις, εφόσον και εάν εκλεγεί στο αξίωμα του προέδρου.
*Απόφοιτος διεθνών σχέσεων, πολιτικογράφος .